Οι δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής με τον νόμο 4646/2019

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Μεταβολές που επήλθαν στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αναφορικά με τις δαπάνες που απαιτείται να πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

Βασικές πληροφορίες

Συνοπτική παρουσίαση βασικής μεταβολής  

Το απαιτούμενο ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής για κάθε φορολογικό έτος ορίζεται κατά κανόνα σε ποσοστό 30% του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία - συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και ακίνητη περιουσία και μέχρι 20.000 € δαπανών.

Διατάξεις που τροποποιούν:     ν. 4646/2019, άρθρο 7
Διατάξεις που τροποποιούνται:  ν. 4172/2013, άρθρο 15 παρ. 6

Έναρξη ισχύος:    Έναρξη ισχύος για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2020 και μετά.

1. Το απαιτούμενο ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής για κάθε φορολογικό έτος ορίζεται πλέον σε ποσοστό 30% του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία - συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα και μέχρι 20.000 € δαπανών.
Στον υπολογισμό του πραγματικού εισοδήματος δεν περιλαμβάνεται:
•    το ποσό της εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α και
•    το ποσό της διατροφής που δίδεται στον/στην διαζευγμένο/-η σύζυγο ή σε μέρος συμφώνου συμβίωσης ή/και εξαρτώμενο τέκνο, εφόσον καταβάλλεται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

Δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής απαιτείται κατά τα ανωτέρω να πραγματοποιούν και οι φορολογούμενοι για τα εισοδήματα από ακίνητη περιουσία που φορολογούνται σύμφωνα με την κλίμακα της παρ. 4 του άρθρου 40 του ΚΦΕ.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει υποχρέωση πραγματοποίησης δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής για εισόδημα από μερίσματα, τόκους, δικαιώματα καθώς και εισόδημα από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου.

2. Σε περίπτωση που οι δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί και οι οποίες αφορούν καταβολές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και ΕΝΦΙΑ, δανειακές υποχρεώσεις προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ενοίκια υπερβαίνουν το 60% του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία - συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, το απαιτούμενο ποσοστό δαπανών περιορίζεται στο 20%. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται υπό την προϋπόθεση ότι οι ανωτέρω δαπάνες έχουν καταβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
Επίσης, στο φορολογούμενο του οποίου είναι κατασχεμένοι ένας ή περισσότεροι λογαριασμοί, πλην του ακατάσχετου λογαριασμού του ν.4254/2014, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του οικείου φορολογικού έτους, το ανώτατο όριο απαιτούμενων δαπανών περιορίζεται στις 5.000 € δαπανών.

3. Ως δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής θεωρούνται οι δαπάνες απόκτησης αγαθών και λήψης υπηρεσιών στην ημεδαπή ή σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., οι οποίες καταβάλλονται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, όπως, ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά:
•    κάρτες και μέσα πληρωμής με κάρτες,
•    πληρωμή μέσω λογαριασμού πληρωμών Παρόχων Υπηρεσιών Πληρωμών του ν. 4537/2018 και
•    χρήση ηλεκτρονικού πορτοφολιού.

4. Όσον αφορά στις κατηγορίες δαπανών που λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, επισημαίνουμε ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή απ' όσα ίσχυαν μέχρι και το φορολογικό έτος 2019 (Ομάδες 1 έως 12 του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ με τις ίδιες εξαιρέσεις). Ως εκ τούτου, συνεχίζουν να εξαιρούνται ενοίκια, τέλη κυκλοφορίας, αγοράς οχημάτων (πλην ποδηλάτων), αγορά σκαφών, αεροπλάνων, αεροσκαφών.

5. Ενδεικτικά παραδείγματα
Για φορολογούμενο με πραγματικό εισόδημα από μισθωτή εργασία - συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και ενοίκια ποσού 20.000 ευρώ θα πρέπει να πραγματοποιηθούν δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής 6.000 ευρώ.
Για φορολογούμενο με πραγματικό εισόδημα από μισθωτή εργασία - συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα και ενοίκια ποσού 66.666,67 ευρώ θα πρέπει να πραγματοποιηθούν δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής 20.000 ευρώ.
Το ποσό αυτό αποτελεί το ανώτερο ύψος δαπανών που μπορεί να απαιτηθεί και επομένως για φορολογούμενους με υψηλότερα εισοδήματα των 66.666,67 ευρώ, δεν θα ζητηθούν παραπάνω δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής απ' το ανώτατο όριο των 20.000 ευρώ.

6. Δεν προβλέπεται υποχρέωση πραγματοποίησης δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής αλλά ούτε και προσκόμισης έγχαρτων αποδείξεων για τις ειδικές ομάδες πληθυσμού που εξαιρούνται των διατάξεων αυτών όπως είναι ενδεικτικά οι ηλικιωμένοι άνω των 70 ετών, τα άτομα με αναπηρία 80% και άνω, οι φορολογούμενοι σε χωριά με πληθυσμό έως 500 κατοίκους και σε νησιά με πληθυσμό κάτω των 3.100 κατοίκων κ.α.
Επισημαίνεται ότι απαλείφθηκαν απ' τις διατάξεις συγκεκριμένες εξαιρέσεις που ίσχυσαν κατά το φορολογικό έτος 2019. Επισημαίνουμε ιδιαιτέρως ότι δεν υφίσταται εξαίρεση και ως εκ τούτου υποχρεούνται στην πραγματοποίηση δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής οι φορολογούμενοι με πραγματικό εισόδημα που δεν υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ και με τεκμαρτό εισόδημα που δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.500 ευρώ (περιστασιακά απασχολούμενοι της παρ. 1 του άρθρου 15 του ΚΦΕ), εφόσον δεν εμπίπτουν σε κάποια άλλη ρητά οριζόμενη εξαίρεση.

7. Επισημαίνουμε ότι δεν έχει επέλθει μεταβολή όσον αφορά την προσαύξηση φόρου που επιβάλλεται σε περίπτωση μη πραγματοποίησης των απαιτούμενων δαπανών καθώς εξακολουθεί να υπολογίζεται με συντελεστή 22% επί της θετικής διαφοράς μεταξύ του απαιτούμενου και του δηλωθέντος ποσού δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

8. Στις περιπτώσεις κοινών τραπεζικών λογαριασμών σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (κάθε μορφής στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό) οι πραγματικοί δικαιούχοι, οι οποίοι καθορίζονται με βάση τις πραγματικές περιστάσεις, μπορούν να χρησιμοποιούν τους εν λόγω λογαριασμούς ανάλογα με τις πραγματοποιούμενες δαπάνες τους. Τα ίδια ισχύουν και για πιστωτικές κάρτες με δικαιούχους κύρια καί πρόσθετα μέλη.

9. Εξακολουθεί να ισχύει ότι το ποσό των δαπανών δηλώνεται ατομικά από κάθε σύζυγο ή από κάθε μέρος συμφώνου συμβίωσης ενώ σε περίπτωση κοινής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, όπου καλύπτεται το απαιτούμενο ποσό δαπανών από οποιονδήποτε εκ των δυο συζύγων ή μερών συμφώνου συμβίωσης, το τυχόν πλεονάζον ποσό δύναται κατά την εκκαθάριση να μεταφερθεί στον άλλο σύζυγο ή στο άλλο μέρος συμφώνου συμβίωσης για τυχόν κάλυψη του ελάχιστα απαιτούμενου ποσού δαπανών.

10. Τέλος, σημειώνουμε ότι για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ενώ με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ θα καθοριστεί η διαδικασία συγκέντρωσης των απαραίτητων δεδομένων από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.