Αναδρομικοί φόροι σε μεταβιβάσεις ακινήτων.

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Με πρόσχημα τους ελέγχους στους τραπεζικούς λογαριασμούς, στοχοποιεί για μαύρο χρήμα όσους δήλωσαν στο πωλητήριο συμβόλαιο την αντικειμενική τιμή και όχι το πραγματικό τίμημα - πρακτικά δηλαδή πάνω από 500.000 πολίτες που αγόρασαν ή πούλησαν ακίνητο τη δεκαετία του 2000. Ενώ για δεκαετίες το υπουργείο Οικονομικών εισέπραττε δισεκατομμύρια από φόρους μεταβίβασης από τα συμβόλαια με βάση αντικειμενικές άδειες που το ίδιο καθόριζε, βάζοντας ταρίφες για κάθε ακίνητο σε κάθε περιοχή, πλέον ενοχοποιεί όσους συμφωνούσαν υψηλότερο τίμημα επειδή με το άνοιγμα των λογαριασμών θεωρεί «αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας» τα ποσά που υπερέβαιναν την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αντικειμενική τιμή.

Την κρατική υποκρισία αποδεικνύει το γεγονός ότι, όταν στα χρόνια της κρίσης οι αγοραίες τιμές έπεσαν κάτω από τις αντικειμενικές, το ίδιο δεν έδειξε την ευαισθησία να τις μειώσει. Ακόμα και όταν το 2015 τις διόρθωσε, το υπουργείο Οικονομικών επέλεξε με... ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια να αφήσει αμετάβλητες τις αξίες σε όσες και όποιες περιοχές ήθελε, αδιαφορώντας αν οι τρέχουσες πραγματικές τιμές και αξίες είναι υψηλότερες ή χαμηλότερες από τις αντικειμενικές. Ο τταραλογισμός αποκαλύφθηκε με την απόφαση που πήρε προ ημερών το Συμβούλιο της Επικράτειας, με την οποία έκρινε άκυρες τις αντικειμενικές τιμές σε Φιλοθέη, Ψυχικό, Νέο Βουτζά και Δελφούς. Ενώ λοιπόν το ΣτΕ υποχρεώνει το υπουργείο Οικονομικών να μειώσει τις αντικειμενικές τιμές, επί των οποίων επιβάλλονται ο ΕΝΦΙΑ και οι φόροι μεταβίβασης (ακόμα και αν τα ακίνητα ξεπουλιούνται σε τιμή κάτω από την αντικειμενική), δεν διατάζει να επιστραφούν αναδρομικά οι φόροι που υπολογίστηκαν με παράνομο τρόπο από το κράτος. Αντιθέτως ζητά και αναδρομικά να εισπράξει φόρους, καθώς η Εφορία αντιμετωπίζει συλλήβδην ως φοροφυγάδες όσους διαπιστώσει ότι κατέθεσαν στην τράπεζα μεγαλύτερο ποσό από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο.

Ιστορίες Τρέλας

Η σκληρή πραγματικότητα με την οποία έρχονται καθημερινά πλέον αντιμέτωποι χιλιάδες φορολογούμενοι έχει ως εξής:

  • Σκαλίζοντας τραπεζικούς λογαριασμούς εδώ και πέντε χρόνια για αδήλωτα κεφάλαια, οι φοροελεγκτές του υπουργείου Οικονομικών ανακάλυψαν έναν «κρυμμένο θησαυρό» δισεκατομμυρίων για να φορολογήσουν.
    Σε κάθε φορολογούμενο που ελέγχουν, αν αυτός έχει πουλήσει ακίνητο μετά το 2001, βρίσκουν και κάποια τραπεζική κατάθεση που δεν περνά τα δηλωθέντα εισοδήματα της χρονιάς αφού, όπως όλοι κάνανε εδώ και 30 χρόνια, στο πωλητήριο συμβόλαιο δήλωναν μόνο την αντικειμενική τιμή που ίσχυε και όχι την πραγματική αγοραία αξία που είχε το ακίνητο.
  • Τη διαφορά αυτή, που δεν δικαιολογείται από το συμβόλαιο, τη χαρακτηρίζουν «αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας» και αξιώνουν φόρο έως 120% του τιμήματος που ξεπερνά το αναγραφέν στο συμβόλαιο.
    Δεν δέχονται μάλιστα ότι το ποσό της κατάθεσης που εντόπισαν αποτελεί νόμιμα φορολογημένο εισόδημα επειδή δεν συμφωνεί με το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο και, εναλλακτικά, καλούν τον ιδιοκτήτη να πληρώσει αυτός τον φόρο μεταβίβασης που δεν πλήρωσε ο αγοραστής.

«Λεφτά υπάρχουν» στις μεταβιβάσει ακινήτων.

To κράτος, λοιπόν, εφαρμόζει άλλα μέτρα και άλλα σταθμά:

  1. Ο μέσος ιδιοκτήτης που πούλησε κάποιο ακίνητο και δεν είχε να κερδίσει κάτι από την απόκρυψη του τιμήματος καλείται τώρα να πληρώσει φόρους που ποτέ δεν οφείλε, ενώ άλλοι εμπλεκόμενοι που θησαύρίζαν από τις πρακτικές αυτές (τράπεζες, μεσίτες, κατασκευαστές κ,λπ.) μένουν στο απυρόβλητο.

  2. Το ίδιο το Κράτος, που εισέπραξε δισεκατομμυρια από μεταβιβάσεις ακινήτων, νομιμοποιούσε τις διπλές τιμές (αντικειμενική - αγοραία) και τις διπλές επιταγές που έδιναν οι τράπεζες στους υποψήφιους αγοραστές, μία για να καλύψουν την αναγραφόμενη στα συμβόλαια αντικειμενική τιμή και άλλη μία για το επιπλέον ποσό έως το πραγματικό τίμημα.

  3. Οχι μόνο οι εμπορικές τράπεζες, αλλά ακόμα και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων -δηλαδή ένας φορέας άμεσα εποπτευόμενος από το υπουργείο Οικονομικών καλούσε με ανακοινώσεις που αναρτούσε στην ιστοσελίδα του τους δημοσίους υπαλλήλους να πάρουν δάνεια, προβάλλοντας ως δέλεαρ ότι «χρηματοδοτεί τη διαφορά μεταξύ του αναγραφόμενου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ως οφειλόμενου τιμήματος και της αγοραίας - εμπορικής αξίας του υπό δανειοδότηση ακινήτου»!

 

Πηγή: εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ”