Η οδηγία που προτείνει η Ε.Ε. για τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018
Η οδηγία που προτείνει η Ε.Ε. για τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας

Στο προσκήνιο έρχεται ξανά η φορολόγηση των μεγάλων εταιρειών που δραστηριοποιούνται παγκοσμίως στην ψηφιακή οικονομία, μετά και την δημοσιοποίηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των νέων κανόνων τους οποίους προτείνει, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ψηφιακές επιχειρηματικές δραστηριότητες φορολογούνται με δίκαιο και φιλικό προς την ανάπτυξη τρόπο. 

Οι σημερινοί διεθνείς κανόνες περί εταιρικού φόρου δεν είναι κατάλληλοι για την πραγματικότητα που ισχύει με όλες τις σύγχρονες μορφές ψηφιακής οικονομίας που έχουν αναπτυχθεί παγκοσμίως. Οι κανόνες δεν καταγράφουν επίσης επιχειρηματικά μοντέλα που μπορούν να αποκομίσουν κέρδη από ψηφιακές υπηρεσίες σε χώρες στις οποίες οι επιχειρήσεις δεν έχουν καμία φορολογική εγκατάσταση.

Οι ισχύοντες φορολογικοί κανόνες δεν αναγνωρίζουν τους νέους τρόπους με τους οποίους δημιουργούνται κέρδη στον ψηφιακό κόσμο, ιδίως τον ρόλο που παίζουν οι χρήστες στη δημιουργία αξίας για τις ψηφιακές εταιρείες.

Ως αποτέλεσμα, υπάρχει μια αποσύνδεση - ή «αναντιστοιχία» - του τόπου όπου δημιουργείται η αξία και του τόπου όπου καταβάλλονται οι φόροι.

Δημιουργία αξίας στην ψηφιακή οικονομία.

Στην ψηφιακή οικονομία, η αξία συχνά δημιουργείται από έναν συνδυασμό αλγορίθμων, δεδομένων χρήστη, λειτουργιών πωλήσεων και γνώσης. Για παράδειγμα, ένας χρήστης συμβάλλει στη δημιουργία αξίας, κοινοποιώντας τις προτιμήσεις του (π.χ. κάνοντας like σε μια σελίδα) σε ένα φόρουμ κοινωνικών μέσων. Αυτά τα δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν αργότερα για μια στοχευμένη διαφήμιση. Τα κέρδη από την διαφήμιση δεν φορολογούνται υποχρεωτικά στη χώρα του χρήστη (και θεατή της διαφήμισης), αλλά στη χώρα όπου αναπτύχθηκαν οι αλγόριθμοι διαφήμισης, για παράδειγμα. Αυτό σημαίνει ότι η συνεισφορά των χρηστών στα κέρδη δεν λαμβάνεται υπόψη όταν φορολογείται η εταιρεία.

 

Ποια είναι η πρόταση της Επιτροπής;

Η Επιτροπή υπέβαλε δύο νομοθετικές προτάσεις τις οποίες μπορείτε να δείτε εδώ. 

 

Επόμενα βήματα

Οι νομοθετικές προτάσεις θα υποβληθούν στο Συμβούλιο προς έγκριση και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς διαβούλευση. Η ΕΕ θα συνεχίσει επίσης να συμβάλλει ενεργά στις παγκόσμιες συζητήσεις για την ψηφιακή φορολογία στο πλαίσιο της ομάδας G20 / ΟΟΣΑ και να προωθεί φιλόδοξες διεθνείς λύσεις.

 

Πρόταση για ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη φορολογία εταιρειών με σημαντική ψηφιακή παρουσία


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 
........

....

5.    ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

•    Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Οι κανόνες της παρούσας πρότασης θα πρέπει να ενταχθούν στα συστήματα φορολογίας εισοδήματος εταιρειών των κρατών μελών και στην πρόταση της Επιτροπής για την ΚΕΒΦΕ, και θα πρέπει τελικά να αποτυπωθούν σε αντίστοιχες αλλαγές στο υπόδειγμα φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ σε διεθνές επίπεδο. Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο μετά την έκδοση και την εφαρμογή της σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη.

•    Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης


 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2) 
Η παρούσα πρόταση αφορά φορολογούμενες εταιρείες που έχουν συσταθεί ή είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ, καθώς και επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί ή είναι εγκατεστημένες σε περιοχή δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης η οποία δεν έχει συνάψει σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας με το κράτος μέλος στο οποίο διαπιστώνεται σημαντική ψηφιακή παρουσία του φορολογούμενου. Η πρόταση δεν αφορά επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί ή είναι εγκατεστημένες σε περιοχή δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης με την οποία υπάρχει σε ισχύ σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας με το κράτος μέλος της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας, για την αποφυγή ενδεχόμενων παραβάσεων των εν λόγω συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας. Αυτό ενδεχομένως δεν ισχύει αν η εφαρμοστέα φορολογική σύμβαση με περιοχή δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης περιλαμβάνει παρεμφερή διάταξη σχετικά με τη σημαντική ψηφιακή παρουσία η οποία δημιουργεί παρεμφερή δικαιώματα και υποχρεώσεις για την εν λόγω περιοχή δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης.

 Ορισμοί (άρθρο 3) 

Το συγκεκριμένο άρθρο παρέχει ορισμούς διαφόρων εννοιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας (όπως οι ψηφιακές υπηρεσίες, η ψηφιακή διεπαφή, τα έσοδα, η οντότητα, ο χρήστης και η φορολογική περίοδος).

Ως ψηφιακή υπηρεσία ορίζεται μια υπηρεσία που παρέχεται μέσω του διαδικτύου ή ενός ηλεκτρονικού δικτύου και της οποίας η παροχή, λόγω της φύσης της, είναι ουσιαστικά αυτοματοποιημένη και απαιτεί ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση. Ο εν λόγω ορισμός αντιστοιχεί στον ορισμό των «ηλεκτρονικά παρεχόμενων υπηρεσιών» του άρθρου 7 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 282/2011 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, και περιλαμβάνει το ίδιο είδος υπηρεσιών.

Προκειμένου να αποκλειστεί η ύπαρξη φορολογητέου συνδετικού στοιχείου με βάση αποκλειστικά τον τόπο κατανάλωσης, η απλή πώληση αγαθών ή υπηρεσιών που διευκολύνεται μέσω της χρήσης του διαδικτύου ή ενός ηλεκτρονικού δικτύου δεν θεωρείται ψηφιακή υπηρεσία. Π.χ., η παροχή πρόσβασης (έναντι αμοιβής) σε ψηφιακή αγορά για την αγορά και πώληση αυτοκινήτων θεωρείται ψηφιακή υπηρεσία, όχι όμως η ίδια η αγορά του αυτοκινήτου μέσω ενός τέτοιου δικτυακού τόπου.

Ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση σημαίνει ότι η υπηρεσία απαιτεί ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση από την πλευρά του προμηθευτή ασχέτως του βαθμού ανθρώπινης παρέμβασης από την πλευρά του χρήστη. Μια υπηρεσία θεωρείται επίσης ότι απαιτεί μόνο ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση στις περιπτώσεις όπου ο προμηθευτής αρχικά εγκαθιστά ένα σύστημα, συντηρεί τακτικά το σύστημα αυτό ή το επισκευάζει σε περίπτωση προβλημάτων που σχετίζονται με τη λειτουργία του.

Σημαντική ψηφιακή παρουσία (Άρθρο 4) 

Η έννοια της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας αποσκοπεί στη διαπίστωση της ύπαρξης φορολογητέου συνδετικού στοιχείου σε μια περιοχή δικαιοδοσίας Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρείται συμπλήρωμα της υφιστάμενης έννοιας της μόνιμης εγκατάστασης. Οι προτεινόμενοι κανόνες για τη διαπίστωση της ύπαρξης φορολογητέου συνδετικού στοιχείου μιας ψηφιακής επιχείρησης σε ένα κράτος μέλος βασίζονται στα έσοδα από την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών, στον αριθμό των χρηστών των ψηφιακών υπηρεσιών ή στον αριθμό των συμβάσεων παροχής ψηφιακής υπηρεσίας. Τα κριτήρια αυτά είναι αντιπροσωπευτικά για τον καθορισμό του «ψηφιακού αποτυπώματος» μιας επιχείρησης σε μια δικαιοδοσία με βάση ορισμένους δείκτες οικονομικής δραστηριότητας. Θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την εξάρτηση των ψηφιακών επιχειρήσεων από μια ευρεία βάση χρηστών, την συμμετοχή των χρηστών και τις συνεισφορές των χρηστών, καθώς και την αξία που δημιουργείται από τους χρήστες για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Τα κριτήρια θα πρέπει να καλύπτουν διάφορα είδη επιχειρηματικών μοντέλων. Τα ψηφιακά επιχειρηματικά μοντέλα είναι πολύ ανομοιογενή. Ορισμένα μπορεί να χαρακτηρίζονται από πολύ ευρεία βάση χρηστών ενώ άλλα μπορεί να έχουν μικρότερη βάση χρηστών, αλλά παρά ταύτα σημαντικές συνεισφορές χρηστών αν η συνεισφορά κάθε μεμονωμένου χρήστη έχει μεγάλη αξία. Επιπλέον, τα κριτήρια θα πρέπει να διασφαλίζουν συγκρίσιμη μεταχείριση σε διαφορετικά κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, και να παραβλέπουν τις περιπτώσεις άνευ σημασίας.

Για τα τρία προαναφερθέντα κριτήρια με βάση τον χρήστη (έσοδα, αριθμός χρηστών και αριθμός συμβάσεων) καθορίζονται διαφορετικά εφαρμοστέα κατώτατα όρια. Σημαντική ψηφιακή παρουσία υφίσταται σε ένα κράτος μέλος εάν πληρούται ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια: εάν τα έσοδα από την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών σε χρήστες εντός μιας περιοχής δικαιοδοσίας υπερβαίνουν τα 7 000 000 EUR σε μια φορολογική περίοδο, εάν ο αριθμός των χρηστών μιας ψηφιακής υπηρεσίας σε ένα κράτος μέλος υπερβαίνει τους 100.000 σε μια φορολογική περίοδο ή εάν ο αριθμός των επιχειρηματικών συμβάσεων παροχής ψηφιακών υπηρεσιών υπερβαίνει τις 3 000.

Όπως εξηγείται στην Εκτίμηση Επιπτώσεων, είναι σημαντικό κάθε όριο να είναι αρκετά υψηλό ώστε να αποκλείονται με ασφάλεια μικρές περιπτώσεις, στις οποίες τα κέρδη που καταλογίζονται σε ψηφιακή παρουσία δεν θα κάλυπταν καν το κόστος συμμόρφωσης μιας μόνιμης εγκατάστασης, προκειμένου να διασφαλίζεται η αναλογικότητα του μέτρου κατά την εφαρμογή των τριών αυτών εναλλακτικών ορίων. Το όριο εσόδων καθορίζεται με τρόπο που να καλύπτει το εκτιμώμενο κόστος συμμόρφωσης για τη λειτουργία πρόσθετης μόνιμης εγκατάστασης, ακόμη και με χαμηλούς συντελεστές. Το όριο για τον αριθμό των χρηστών θα πρέπει να αντικατοπτρίζει παρόμοια αξία σε χρηματικούς όρους με βάση τον μέσο όρο εσόδων ανά χρήστη. Το όριο για τον αριθμό των επιχειρηματικών συμβάσεων θα πρέπει να αντικατοπτρίζει ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων, δεδομένου ότι η αξία που αντιπροσωπεύουν οι εν λόγω συμβάσεις είναι πιθανό να είναι πιο σημαντική σε σχέση με εκείνη των συμβάσεων που συνάπτονται με φυσικά πρόσωπα. Συνεπώς, το όριο για τον αριθμό των συμβάσεων μεταξύ επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι αισθητά χαμηλότερο από ό, τι το όριο με βάση τον χρήστη.

Κέρδη καταλογιζόμενα στη σημαντική ψηφιακή παρουσία (άρθρο 5) 

Οι προτεινόμενοι κανόνες για τον καταλογισμό των κερδών στη σημαντική ψηφιακή παρουσία βασίζονται στο ισχύον πλαίσιο που εφαρμόζεται για τις μόνιμες εγκαταστάσεις. Επιβεβαιώνουν την αρχή βάσει της οποίας στη σημαντική ψηφιακή παρουσία θα πρέπει να καταλογίζονται τα κέρδη που θα αποκόμιζε από ορισμένες σημαντικές οικονομικές δραστηριότητες εκτελούμενες μέσω ψηφιακής διεπαφής, ιδίως κατά τις συναλλαγές με άλλα μέρη της επιχείρησης, εάν ήταν χωριστή και ανεξάρτητη επιχείρηση που ασκούσε τις ίδιες ή παρεμφερείς δραστηριότητες υπό τις ίδιες ή παρεμφερείς συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη τα εκτελούμενα καθήκοντα, τα στοιχεία ενεργητικού που χρησιμοποιούνται και τους κινδύνους που αναλαμβάνει. Συνεπώς, η εγκεκριμένη προσέγγιση του ΟΟΣΑ (authorised OECD approach (AOA)) παραμένει η βασική αρχή για τον καταλογισμό κερδών στη σημαντική ψηφιακή παρουσία. Εντούτοις, το πλαίσιο πρέπει να αναπροσαρμοστεί με συνεκτικό τρόπο, ώστε να αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται αξία στις ψηφιακές δραστηριότητες. Πράγματι, στη λειτουργική ανάλυση της μόνιμης εγκατάστασης, το κριτήριο των σημαντικών καθηκόντων του προσωπικού το οποίο σχετίζεται με την ανάληψη κινδύνων και την οικονομική κυριότητα των στοιχείων ενεργητικού στο πλαίσιο των ψηφιακών δραστηριοτήτων δεν είναι επαρκές για να διασφαλιστεί καταλογισμός κερδών στη σημαντική ψηφιακή παρουσία ο οποίος αντικατοπτρίζει τη δημιουργία αξίας. Η περίπτωση αυτή ανακύπτει όταν μια σημαντική ψηφιακή παρουσία λειτουργεί μέσω ψηφιακής διεπαφής χωρίς φυσική παρουσία σε μια ορισμένη περιοχή δικαιοδοσίας ή όταν δεν εκτελούνται σημαντικά καθήκοντα από το προσωπικό στην περιοχή δικαιοδοσίας της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας.
 
Στη λειτουργική ανάλυση της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας, οι δραστηριότητες που ασκούνται από την επιχείρηση μέσω ψηφιακής διεπαφής σε σχέση με τα δεδομένα και τους χρήστες θα πρέπει να θεωρούνται οικονομικά σημαντικές λειτουργίες για τον καταλογισμό της οικονομικής κυριότητας των στοιχείων ενεργητικού και των κινδύνων στη σημαντική ψηφιακή παρουσία. Ο καταλογισμός των κερδών θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάπτυξη, τη βελτίωση, τη συντήρηση, την προστασία και την εκμετάλλευση άυλων στοιχείων ενεργητικού κατά την εκτέλεση των οικονομικά σημαντικών δραστηριοτήτων από την ψηφιακή παρουσία ακόμη και αν αυτές δεν σχετίζονται με καθήκοντα του προσωπικού στο ίδιο κράτος μέλος.

Π.χ., κατά την προσέλκυση νέων χρηστών σε ένα κοινωνικό δίκτυο, το σύνολο των άυλων στοιχείων ενεργητικού που θα μπορούσαν να αποδοθούν στη δραστηριότητα του κοινωνικού δικτύου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εγγύηση των θετικών εξωτερικοτήτων του δικτύου, δηλαδή της δυνατότητας των χρηστών να συνδέονται με μεγάλο αριθμό άλλων χρηστών. Η διεύρυνση του δικτύου που επιτυγχάνεται μέσω της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας αναβαθμίζει αυτό το ίδιο σύνολο άυλων στοιχείων ενεργητικού. Το εν λόγω σύνολο άυλων στοιχείων θα αναβαθμιζόταν ακόμη περισσότερο με την επεξεργασία των δεδομένων σε επίπεδο χρήστη προκειμένου να μπορεί το κοινωνικό δίκτυο να πωλεί διαφημιστικό χώρο με αυξημένη τιμή, δεδομένου ότι ο διαφημιστικός χώρος είναι εξατομικευμένος ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του χρήστη.

Συνάγεται ότι τα καθήκοντα που σχετίζονται με την ανάπτυξη, τη βελτίωση, τη συντήρηση, την προστασία και την εκμετάλλευση μοναδικών άυλων στοιχείων ενεργητικού θα αποτελούσαν χαρακτηριστικό μιας σημαντικής ψηφιακής παρουσίας. Καθεμία από τις οικονομικά σημαντικές δραστηριότητες συμβάλλει με μοναδικό τρόπο στη δημιουργία αξίας στα ψηφιακά επιχειρηματικά μοντέλα και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτών των μοντέλων. Ως εκ τούτου, η μέθοδος επιμερισμού κερδών (profit-split method) θεωρείται σε πολλές περιπτώσεις ως η καταλληλότερη μέθοδος για τον καταλογισμό των κερδών στη σημαντική ψηφιακή παρουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, στους πιθανούς παράγοντες επιμερισμού θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται οι δαπάνες έρευνας, ανάπτυξης και μάρκετινγκ (που καταλογίζονται στη σημαντική ψηφιακή παρουσία έναντι των δαπανών που καταλογίζονται στην έδρα και/ή σε άλλες σημαντικές ψηφιακές παρουσίες σε άλλα κράτη μέλη) καθώς και ο αριθμός των χρηστών σε ένα κράτος μέλος και τα δεδομένα που συλλέγονται ανά κράτος μέλος.

Οι προτεινόμενοι κανόνες θεσπίζουν μόνο τις γενικές αρχές για τον καταλογισμό των κερδών στη σημαντική ψηφιακή παρουσία καθώς θα μπορούσαν να εκπονηθούν πιο συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές στα κατάλληλα διεθνή φόρουμ ή σε επίπεδο ΕΕ.
 
2018/0072 (CNS)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη φορολόγηση των εταιρειών με σημαντική ψηφιακή παρουσία

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 115,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, 

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)    Ο ταχύς μετασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομίας ως αποτέλεσμα της ψηφιοποίησης ασκεί νέες πιέσεις στα συστήματα φορολόγησης των εταιρειών τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και διεθνώς, και θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα προσδιορισμού του τόπου στον οποίο θα πρέπει να φορολογούνται οι ψηφιακές εταιρείες και του ποσού του φόρου που θα πρέπει να καταβάλλουν. Μολονότι η ανάγκη προσαρμογής των κανόνων φορολόγησης των εταιρειών στην ψηφιακή οικονομία αναγνωρίζεται σε διεθνές επίπεδο από όργανα, όπως η G20, η επίτευξη συμφωνίας σε παγκόσμιο επίπεδο ενδέχεται να είναι δύσκολη.

(2)    Η έκθεση για τη δράση 1 του σχεδίου σχετικά με τη διάβρωση της φορολογικής βάσης και μετατόπιση κερδών (BEPS) με τίτλο «Αντιμετώπιση των φορολογικών προκλήσεων της ψηφιακής οικονομίας» που δημοσιεύθηκε από τον ΟΟΣΑ τον Οκτώβριο 2015 παρέθεσε μια σειρά διαφορετικών προσεγγίσεων για τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας οι οποίες εξετάστηκαν περαιτέρω στην ενδιάμεση έκθεση 2018 του ΟΟΣΑ «Tax challenges Arising from Digitalisation» (Φορολογικές προκλήσεις που θέτει η ψηφιοποίηση). Λόγω της επιτάχυνσης του ψηφιακού μετασχηματισμού της οικονομίας, υπάρχει αυξανόμενη ανάγκη εξεύρεσης λύσεων για την εξασφάλιση της δίκαιης και αποτελεσματικής φορολόγησης των ψηφιακών εταιρειών.

(3)    Η ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Δίκαιο και αποδοτικό φορολογικό σύστημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την ψηφιακή ενιαία αγορά» που εκδόθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2017 ανέφερε ότι απαιτούνται νέοι διεθνείς κανόνες ειδικά προσαρμοσμένοι στις προκλήσεις που θέτει η ψηφιακή οικονομία για τον καθορισμό του τόπου δημιουργίας αξίας των επιχειρήσεων και του τρόπου καταλογισμού της για φορολογικούς σκοπούς. Οι εν λόγω νέοι κανόνες θα απαιτούσαν αναθεώρηση των υφιστάμενων διεθνών φορολογικών κανόνων όσον αφορά τον ορισμό της μόνιμης εγκατάστασης και τον καταλογισμό κερδών στις ψηφιακές δραστηριότητες.


(4)    Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματά του της 19ης Οκτωβρίου 2017 τόνισε την ανάγκη για ένα αποτελεσματικό και δίκαιο καθεστώς φορολογίας, κατάλληλο για την ψηφιακή εποχή και δήλωσε ότι αναμένονται οι δέουσες προτάσεις της Επιτροπής έως τις αρχές του 2018. Το συμβούλιο ECOFIN στα συμπεράσματά του της 5ης
Δεκεμβρίου 2017 υπογράμμισε ότι ένας διεθνώς αποδεκτός ορισμός της μόνιμης εγκατάστασης και οι αντίστοιχοι κανόνες για την ενδοομιλική τιμολόγηση και τον καταλογισμό των κερδών θα πρέπει επίσης να παραμείνουν ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της φορολόγησης των κερδών της ψηφιακής οικονομίας και ενθαρρύνει τη στενή συνεργασία μεταξύ ΕΕ, ΟΟΣΑ και άλλων διεθνών εταίρων για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της φορολόγησης των κερδών    της    ψηφιακής    οικονομίας.
Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να συμπεριλάβουν κανόνες στα εθνικά συστήματα φορολόγησης εισοδήματος εταιρειών προκειμένου να ασκούν τα φορολογικά τους δικαιώματα. Ως εκ τούτου, οι διάφοροι φόροι εταιρειών που επιβάλλονται στα κράτη μέλη θα πρέπει να αποσαφηνιστούν. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να επεκτείνουν τον ορισμό της μόνιμης εγκατάστασης και να προβλέψουν την ύπαρξη φορολογητέου συνδετικού στοιχείου για σημαντική ψηφιακή παρουσία στις αντίστοιχες περιοχές δικαιοδοσίας τους. Επιπλέον, θα πρέπει να καθοριστούν οι γενικές αρχές για τον καταλογισμό των φορολογητέων κερδών στην εν λόγω ψηφιακή παρουσία. Κατ’ αρχήν, οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις φορολογούμενες εταιρείες, ανεξάρτητα αν ο τόπος της φορολογικής τους έδρας είναι στην Ένωση ή αλλού.

(5)    Ωστόσο, οι κανόνες δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε οντότητες που έχουν τη φορολογική τους έδρα σε περιοχή δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης με την οποία το κράτος μέλος της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας έχει συνάψει σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας η οποία ισχύει, εκτός εάν η σύμβαση περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τη σημαντική ψηφιακή παρουσία, οι οποίες δημιουργούν παρεμφερή δικαιώματα και υποχρεώσεις όσον αφορά την περιοχή δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης με εκείνα που δημιουργούνται από την παρούσα οδηγία. Αυτό γίνεται για να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγκρουση με συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολογίας με περιοχές δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης, δεδομένου ότι οι περιοχές δικαιοδοσίας εκτός Ένωσης δεν δεσμεύονται κατά κανόνα από το δίκαιο της Ένωσης.

(6)    Ένας ακριβής ορισμός του φορολογητέου συνδετικού στοιχείου μιας ψηφιακής επιχείρησης σε ένα κράτος μέλος πρέπει να βασίζεται στα έσοδα από την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών, στον αριθμό των χρηστών ή στον αριθμό των επιχειρηματικών συμβάσεων για την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών. Τα ισχύοντα κατώτατα όρια θα πρέπει να αντανακλούν τη σημασία της ψηφιακής παρουσίας για τους διάφορους τύπους επιχειρηματικών μοντέλων και να λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα επίπεδα συμμετοχής στη διαδικασία δημιουργίας αξίας. Επιπλέον, θα πρέπει να διασφαλίζουν ομοιόμορφη μεταχείριση στα διάφορα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, και να παραβλέπουν τις περιπτώσεις άνευ σημασίας. 

Η πώληση αγαθών ή υπηρεσιών που διευκολύνεται μέσω της χρήσης του διαδικτύου ή ενός ηλεκτρονικού δικτύου δεν θα πρέπει να θεωρείται ψηφιακή υπηρεσία κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(7)    Για να καταστεί δυνατή η φορολόγηση της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας μιας επιχείρησης σε άλλη περιοχή δικαιοδοσίας σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω περιοχής δικαιοδοσίας, είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι αρχές για τον καταλογισμό κερδών σε αυτή τη σημαντική ψηφιακή παρουσία. Οι κανόνες θα πρέπει να στηρίζονται στις τρέχουσες αρχές για τον καταλογισμό των κερδών και να βασίζονται σε λειτουργική ανάλυση των καθηκόντων που ασκεί, των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιεί και των κινδύνων που αναλαμβάνει η σημαντική ψηφιακή παρουσία κατά την άσκηση των σημαντικών οικονομικών δραστηριοτήτων της μέσω ψηφιακής διεπαφής. Ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι σημαντικό μέρος της αξίας μιας ψηφιακής επιχείρησης δημιουργείται στον τόπο όπου βρίσκεται η βάση των χρηστών και όπου συλλέγονται και υποβάλλονται σε επεξεργασία τα δεδομένα σχετικά με τους χρήστες, καθώς και στον τόπο όπου παρέχονται οι ψηφιακές υπηρεσίες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι οικονομικά σημαντικές δραστηριότητες που εκτελούνται από μια σημαντική ψηφιακή παρουσία συμβάλλουν με μοναδικό τρόπο στη δημιουργία αξίας στα ψηφιακά επιχειρηματικά μοντέλα, η μέθοδος επιμερισμού των κερδών θα πρέπει κατά κανόνα να χρησιμοποιείται για την επίτευξη δίκαιου καταλογισμού των κερδών στη σημαντική ψηφιακή παρουσία. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τον φορολογούμενο να χρησιμοποιεί εναλλακτική μέθοδο σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές, αν ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει ότι, με βάση το αποτέλεσμα της λειτουργικής ανάλυσης, είναι καταλληλότερη μια εναλλακτική μέθοδος σύμφωνη με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές. Είναι επίσης ουσιαστικής σημασίας να υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των παραγόντων επιμερισμού των κερδών και της δημιουργίας αξίας.

(8)    Βασικός στόχος της παρούσας οδηγίας είναι να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς στο σύνολό της προκειμένου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που εγείρει η φορολόγηση της ψηφιοποιημένης οικονομίας. Ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη όταν ενεργούν μεμονωμένα, διότι οι ψηφιακές επιχειρήσεις είναι σε θέση να αναπτύσσουν διασυνοριακή δραστηριότητα χωρίς φυσική παρουσία σε μια περιοχή δικαιοδοσίας και, ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να καθοριστούν κανόνες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις καταβάλλουν φόρους στις περιοχές δικαιοδοσίας όπου πραγματοποιούν κέρδη. Δεδομένης της διασυνοριακής διάστασης, μια πρωτοβουλία σε επίπεδο Ένωσης παρέχει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία σε σύγκριση με αυτό που θα μπορούσε να πετύχει ένα πλήθος εθνικών μέτρων. Απαιτείται η ανάληψη κοινής πρωτοβουλίας στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τη σημαντική ψηφιακή παρουσία στο εσωτερικό της Ένωσης. Οι μονομερείς και διαφοροποιημένες προσεγγίσεις από κάθε κράτος μέλος θα μπορούσαν να είναι αναποτελεσματικές και να οδηγήσουν σε κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς με τη δημιουργία συγκρούσεων μεταξύ των εθνικών πολιτικών, στρεβλώσεων και φορολογικών εμποδίων για τις επιχειρήσεις στην Ένωση. Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των  στόχων αυτών.
 
(9)    Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (EΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων λήψης κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο εν λόγω κανονισμός, ιδίως εκείνες που σχετίζονται με τη νομιμότητα της επεξεργασίας,
την ασφάλεια των δραστηριοτήτων επεξεργασίας, την παροχή πληροφοριών και τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων, καθώς και την προστασία των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού. Όπου είναι δυνατό, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να καθίστανται ανώνυμα.

(10)    Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της και να υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την αξιολόγηση αυτή. Θα πρέπει να συσταθεί συμβουλευτική επιτροπή DigiTax για την εξέταση των ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας.

(11)    Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση των εν λόγω εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(12)    Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας από την επόμενη φορολογική περίοδο η οποία αρχίζει μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Σκοπός είναι να διασφαλιστεί ότι οι νέες διατάξεις θα αρχίσουν να εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος από ημερομηνία η οποία θα είναι όσο το δυνατόν πιο ευθυγραμμισμένη, λαμβάνοντας όμως υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη μέλη ενδέχεται να έχουν διαφορετικές φορολογικές περιόδους,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:


ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1 Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες που επεκτείνουν την έννοια της μόνιμης εγκατάστασης, όπως εφαρμόζεται για τους σκοπούς της εταιρικής φορολόγησης σε κάθε κράτος μέλος, ώστε να περιλαμβάνει τη σημαντική ψηφιακή παρουσία μέσω της οποίας ασκείται εν όλω ή εν μέρει μια επιχειρηματική δραστηριότητα. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης ορισμένες αρχές για τον καταλογισμό των κερδών στη σημαντική ψηφιακή παρουσία ή σε σχέση με αυτή για τους σκοπούς της εταιρικής φορολόγησης.

Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οντότητες ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο εδρεύουν για τους σκοπούς της φορολόγησης εταιρειών, είτε πρόκειται για κράτος μέλος είτε για τρίτη χώρα.

Ωστόσο, στην περίπτωση οντοτήτων που για τους σκοπούς της φορολόγησης εταιρειών εδρεύουν σε τρίτη χώρα με την οποία το οικείο κράτος μέλος έχει συνάψει σύμβαση για την αποφυγή διπλής φορολογίας, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται μόνον εάν η εν λόγω σύμβαση περιλαμβάνει διατάξεις παρεμφερείς με τα άρθρα 4 και 5 της παρούσας οδηγίας σε σχέση με την τρίτη χώρα και οι διατάξεις αυτές είναι σε ισχύ.

Άρθρο 3 Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1)    «φόρος εταιρειών»: ένας από τους φόρους εταιρειών που παρατίθενται στο παράρτημα Ι ή παρόμοιος φόρος που θεσπίζεται μεταγενέστερα·
2)    «ψηφιακή διεπαφή»: κάθε λογισμικό, συμπεριλαμβανομένων δικτυακού τόπου ή μέρους αυτού και εφαρμογών, καθώς και εφαρμογών για φορητές συσκευές, με δυνατότητα πρόσβασης από τους χρήστες·
3)    «διεύθυνση πρωτοκόλλου Διαδικτύου (Internet Protocol (IP) address): σειρά ψηφίων η οποία αποδίδεται σε δικτυωμένες συσκευές για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας τους μέσω του Διαδικτύου·
4)    «χρήστης»: κάθε φυσικό πρόσωπο ή επιχείρηση·

5)    «ψηφιακές υπηρεσίες»: οι υπηρεσίες που παρέχονται μέσω του διαδικτύου ή ενός ηλεκτρονικού δικτύου και των οποίων η παροχή, λόγω της φύσης τους, είναι ουσιαστικά αυτοματοποιημένη και απαιτεί ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση, είναι δε αδύνατο να εξασφαλιστεί χωρίς μέσα πληροφορικής, που περιλαμβάνουν ιδίως:
α) την παροχή ψηφιοποιημένων προϊόντων εν γένει, ιδίως λογισμικού και τροποποιήσεων ή αναβαθμίσεων λογισμικού·
β) υπηρεσίες που εξασφαλίζουν ή υποστηρίζουν την παρουσία επιχειρήσεων ή ιδιωτών σε ηλεκτρονικό δίκτυο, όπως δημιουργία ιστοτόπου ή ιστοσελίδας·
γ) τις αυτόματα παραγόμενες υπηρεσίες με ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω του Διαδικτύου ή ενός ηλεκτρονικού δικτύου, σε απάντηση σε συγκεκριμένα δεδομένα τα οποία εισάγει ο αποδέκτης·
δ) την εκχώρηση, εξ επαχθούς αιτίας, του δικαιώματος διάθεσης προς πώληση προϊόντος ή υπηρεσίας μέσω ιστοτόπου του διαδικτύου που λειτουργεί ως διαδικτυακή αγορά, όπου οι ενδεχόμενοι αγοραστές υποβάλλουν τις προσφορές τους μέσω αυτοματοποιημένης διαδικασίας και όπου τα μέρη ειδοποιούνται για τη σύναψη πώλησης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που παράγεται αυτόματα από ηλεκτρονικό υπολογιστή·
ε) τα πακέτα υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο (ISP), στα οποία το τηλεπικοινωνιακό στοιχείο είναι βοηθητικό και δευτερεύον, δηλαδή πακέτα που υπερβαίνουν την απλή πρόσβαση στο Διαδίκτυο και περιέχουν και άλλα στοιχεία, όπως σελίδες περιεχομένου που δίνουν πρόσβαση σε ειδήσεις, σε μετεωρολογικές ή τουριστικές πληροφορίες, χώρους παιχνιδιών, φιλοξενία ιστοσελίδων, πρόσβαση σε διαδικτυακές συζητήσεις ή άλλα παρεμφερή στοιχεία·
στ) τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα II.
Στις ψηφιακές υπηρεσίες δεν περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες που παρατίθενται στο παράρτημα III ή η πώληση προϊόντων ή άλλων υπηρεσιών η οποία διευκολύνεται μέσω της χρήσης του διαδικτύου ή ενός ηλεκτρονικού δικτύου.
6)    «έσοδα»: το προϊόν της πώλησης και άλλων συναλλαγών, χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας και λοιπούς φόρους ή δασμούς που εισπράττονται για λογαριασμό κρατικών οργανισμών, χρηματικής φύσεως ή μη, συμπεριλαμβανομένου του προϊόντος της διάθεσης στοιχείων ενεργητικού και δικαιωμάτων, οι τόκοι, τα μερίσματα και παντός είδους διανομή κερδών, το προϊόν εκκαθαρίσεων, τα δικαιώματα, οι επιδοτήσεις και ενισχύσεις, οι δωρεές υπέρ της εταιρείας, οι αποζημιώσεις και οι χαριστικές πληρωμές. Τα έσοδα περιλαμβάνουν επίσης τις μη χρηματικές δωρεές στις οποίες προβαίνει η φορολογούμενη εταιρεία. Τα έσοδα δεν περιλαμβάνουν τα ίδια κεφάλαια που αντλεί η φορολογούμενη εταιρεία ή τις οφειλές προς αυτή που εξοφλούνται·
7)    «οντότητα»: οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα που ασκεί δραστηριότητες μέσω είτε μιας εταιρείας είτε μιας δομής που είναι διαφανής για φορολογικούς σκοπούς·
8)    «φορολογική περίοδος»: ένα φορολογικό έτος, ημερολογιακό έτος ή άλλη περίοδος που εφαρμόζεται για τους σκοπούς φορολόγησης των εταιρειών·
9)    «συνδεδεμένη  επιχείρηση»:  οντότητα  που  συνδέεται  με  την  συγκεκριμένη  εν  λόγω οντότητα με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:
α) η μία εξ αυτών συμμετέχει στη διαχείριση της άλλης έχοντας δυνατότητα άσκησης σημαντικής επιρροής στην άλλη·
β) η μία εξ αυτών συμμετέχει στον έλεγχο της άλλης μέσω της κατοχής δικαιωμάτων ψήφου, άμεσα ή έμμεσα, στην άλλη σε ποσοστό άνω του 20%·
γ) η μία εξ αυτών συμμετέχει στο κεφάλαιο της άλλης μέσω της κατοχής δικαιώματος κυριότητας, άμεσα ή έμμεσα, στην άλλη σε ποσοστό άνω του 20% του κεφαλαίου.
Εάν περισσότερες από μία οντότητα συμμετέχουν στη διαχείριση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο της ίδιας οντότητας με έναν ή περισσότερους από τους τρόπους που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ), όλες αυτές οι οντότητες θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες μεταξύ τους επιχειρήσεις.
Εάν η ίδια οντότητα συμμετέχει στη διαχείριση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο περισσότερων από μία οντοτήτων με έναν ή περισσότερους από τους τρόπους που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ), όλες αυτές οι οντότητες θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες μεταξύ τους επιχειρήσεις.
Στην περίπτωση των έμμεσων συμμετοχών, η εκπλήρωση των κριτηρίων των στοιχείων β) και γ) κρίνεται με πολλαπλασιασμό των κατεχόμενων ποσοστών μέσω των διαδοχικών βαθμών. Οντότητα που κατέχει άνω του 50% των δικαιωμάτων ψήφου λογίζεται ως κάτοχος του 100%.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ II ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΨΗΦΙΑΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Άρθρο 4
Σημαντική ψηφιακή παρουσία

1.    Για τους σκοπούς της φορολόγησης των εταιρειών, θεωρείται ότι υπάρχει μόνιμη εγκατάσταση εάν υφίσταται σημαντική ψηφιακή παρουσία μέσω της οποίας διεξάγεται εν όλω ή εν μέρει η επιχειρηματική δραστηριότητα.
2.    Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επιπροσθέτως, και δεν θίγει ούτε περιορίζει την εφαρμογή, άλλων κριτηρίων δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου για τον καθορισμό της ύπαρξης μόνιμης εγκατάστασης σε κράτος μέλος για τους σκοπούς της φορολόγησης των εταιρειών, είτε συγκεκριμένα σε σχέση με την παροχή ψηφιακών υπηρεσιών είτε όχι.
3.    «Σημαντική ψηφιακή παρουσία» θεωρείται ότι υφίσταται σε ένα κράτος μέλος κατά τη διάρκεια φορολογικής περιόδου αν η επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται  μέσω αυτής συνίσταται εν όλω ή εν μέρει στην παροχή ψηφιακών υπηρεσιών μέσω ψηφιακής διεπαφής, και αν πληρούται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις όσον αφορά την παροχή αυτών των υπηρεσιών από την οντότητα που ασκεί την εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα, από κοινού με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών μέσω ψηφιακής διεπαφής από καθεμία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της εν λόγω οντότητας αθροιστικά:
α) το ποσό των συνολικών εσόδων που αποκτώνται κατά την εν λόγω φορολογική περίοδο και προκύπτουν από την παροχή των εν λόγω ψηφιακών υπηρεσιών στους χρήστες που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος κατά την εν λόγω φορολογική περίοδο υπερβαίνει τα 7 000 000 EUR·
β) ο αριθμός των χρηστών μίας ή περισσοτέρων από τις εν λόγω ψηφιακές υπηρεσίες οι οποίοι βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος κατά την εν λόγω φορολογική περίοδο υπερβαίνει τους 100 000·
γ) ο αριθμός των επιχειρηματικών συμβάσεων παροχής τέτοιου είδους ψηφιακών υπηρεσιών που συνάπτονται κατά την εν λόγω φορολογική περίοδο από χρήστες που βρίσκονται στο εν λόγω κράτος μέλος υπερβαίνει τις 3 000.
4.    Όσον αφορά τη χρήση ψηφιακών υπηρεσιών, ο χρήστης θεωρείται ότι βρίσκεται σε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια φορολογικής περιόδου, εάν ο χρήστης χρησιμοποιήσει συσκευή στο εν λόγω κράτος μέλος κατά τη διάρκεια της εν λόγω φορολογικής περιόδου για να αποκτήσει πρόσβαση στην ψηφιακή διεπαφή μέσω της οποίας παρέχονται οι ψηφιακές υπηρεσίες.
5.    Όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων παροχής ψηφιακών υπηρεσιών:
α) σύμβαση θεωρείται επιχειρηματική σύμβαση εάν ο χρήστης συνάπτει τη σύμβαση κατά την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας·
β) ο χρήστης θεωρείται ότι βρίσκεται σε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια φορολογικής περιόδου, εάν ο χρήστης έχει την κατοικία ή την έδρα του για σκοπούς εταιρικής φορολόγησης στο εν λόγω κράτος μέλος κατά την εν λόγω φορολογική περίοδο ή ο χρήστης έχει την κατοικία ή την έδρα του για σκοπούς εταιρικής φορολόγησης σε τρίτη χώρα, αλλά έχει μόνιμη εγκατάσταση στο εν λόγω κράτος μέλος κατά την εν λόγω φορολογική περίοδο.
6.    Το κράτος μέλος στο οποίο χρησιμοποιείται συσκευή χρήστη καθορίζεται με βάση τη διεύθυνση πρωτοκόλλου Διαδικτύου (IP) της συσκευής ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο γεωγραφικού εντοπισμού, αν αυτή είναι ακριβέστερη.
7.    Το ποσό των συνολικών εσόδων που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α), καθορίζεται κατ’ αναλογία προς τον αριθμό των φορών που οι χρήστες οι οποίοι βρίσκονται σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου χρησιμοποιούν συσκευές κατά την εν λόγω φορολογική περίοδο για να αποκτήσουν πρόσβαση στην ψηφιακή διεπαφή μέσω της οποίας παρέχονται οι ψηφιακές υπηρεσίες.


Άρθρο 5
Κέρδη καταλογιζόμενα στη σημαντική ψηφιακή παρουσία ή σε σχέση με αυτή


1.    Τα κέρδη που καταλογίζονται στη σημαντική ψηφιακή παρουσία ή σε σχέση με αυτή σε κράτος μέλος φορολογούνται στο πλαίσιο της φορολόγησης εταιρειών μόνο του εν λόγω κράτους μέλους.
2.    Τα κέρδη που καταλογίζονται στη σημαντική ψηφιακή παρουσία ή σε σχέση με αυτή είναι τα κέρδη που θα αποκόμιζε η ψηφιακή παρουσία εάν ήταν χωριστή και ανεξάρτητη επιχείρηση που ασκούσε τις ίδιες ή παρεμφερείς δραστηριότητες υπό τις ίδιες ή παρεμφερείς συνθήκες, ιδίως κατά τις συναλλαγές της με άλλα μέρη της επιχείρησης, λαμβανομένων υπόψη των εκτελούμενων καθηκόντων, των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται και των κινδύνων που αναλαμβάνονται, μέσω ψηφιακής διεπαφής.
3.    Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, ο προσδιορισμός των κερδών που καταλογίζονται στη σημαντική ψηφιακή παρουσία ή σε σχέση με αυτή βασίζεται σε λειτουργική ανάλυση. Για να καθοριστούν τα καθήκοντα της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας, και να αποδοθούν η οικονομική κυριότητα των στοιχείων ενεργητικού και οι κίνδυνοι στη σημαντική ψηφιακή παρουσία, λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικά σημαντικές δραστηριότητες που ασκούνται από την εν λόγω παρουσία μέσω ψηφιακής διεπαφής. Για τον σκοπό αυτό, οι δραστηριότητες που αναλαμβάνει η επιχείρηση μέσω ψηφιακής διεπαφής σε σχέση με τα δεδομένα ή τους χρήστες θεωρούνται οικονομικά σημαντικές δραστηριότητες της σημαντικής ψηφιακής παρουσίας, βάσει των οποίων αποδίδονται οι κίνδυνοι και η οικονομική κυριότητα των στοιχείων ενεργητικού στην εν λόγω παρουσία.
4.    Για τον καθορισμό των καταλογιζόμενων κερδών δυνάμει της παραγράφου 2, λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι οικονομικά σημαντικές δραστηριότητες που ασκούνται από τη σημαντική ψηφιακή παρουσία σε σχέση με την ανάπτυξη, τη βελτίωση, τη συντήρηση, την προστασία και την εκμετάλλευση των άυλων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης.
5.    Στις οικονομικά σημαντικές δραστηριότητες που ασκούνται από τη σημαντική ψηφιακή παρουσία μέσω ψηφιακής διεπαφής περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες δραστηριότητες:
α)    η συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση, εγκατάσταση και πώληση δεδομένων επιπέδου χρήστη·
β)    η  συλλογή,  αποθήκευση,  επεξεργασία  και  παρουσίαση  περιεχομένου  που παράγεται από τους χρήστες·
γ)    η πώληση επιγραμμικού διαφημιστικού χώρου·
δ)    η διάθεση περιεχομένου που παράγεται από τρίτους σε ψηφιακή αγορά·
ε)    η παροχή κάθε ψηφιακής υπηρεσίας που δεν αναφέρεται στα στοιχεία α) έως δ).
6.    Για τον καθορισμό των καταλογιζόμενων κερδών δυνάμει των παραγράφων 1 έως 4, οι φορολογούμενοι χρησιμοποιούν τη μέθοδο επιμερισμού κερδών, εκτός εάν μπορούν να αποδείξουν ότι εναλλακτική μέθοδος που βασίζεται σε διεθνώς αποδεκτές αρχές είναι καταλληλότερη, με βάση τα αποτελέσματα της λειτουργικής ανάλυσης. Στους παράγοντες επιμερισμού μπορεί να περιλαμβάνονται οι δαπάνες έρευνας, ανάπτυξης και μάρκετινγκ, καθώς και ο αριθμός των χρηστών και τα δεδομένα που συλλέγονται ανά κράτος μέλος.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ III ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ

Άρθρο 6 Επανεξέταση

1.    Η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της και υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο.
2.    Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.
 
Επιτροπή για τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας
1.    Συστήνεται συμβουλευτική επιτροπή για τη φορολόγηση της ψηφιακής οικονομίας, η καλούμενη «επιτροπή DigiTax».
2.    Η επιτροπή DigiTax αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής. Η επιτροπή προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Τη γραμματεία της επιτροπής αναλαμβάνουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής.
3.    Η επιτροπή DigiTax εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της.
4.    Η επιτροπή DigiTax εξετάζει ζητήματα που άπτονται της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, όπως τίθενται από τον/την πρόεδρο της επιτροπής, είτε με δική του/της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος αντιπροσώπου κράτους μέλους, και ενημερώνει την Επιτροπή για τα συμπεράσματά της.

Άρθρο 8
Περιορισμός των δεδομένων που συλλέγονται από τους χρήστες


Τα δεδομένα που μπορούν να συλλέγονται από τους χρήστες για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας περιορίζονται στα δεδομένα που υποδεικνύουν το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται οι χρήστες, χωρίς να επιτρέπουν ταυτοποίηση του χρήστη.

Άρθρο 9
Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο

1.    Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2019, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.
Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την 1η Ιανουαρίου 2020 για τις φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από ή μετά την ημερομηνία αυτή.
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
2.    Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 10 Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 

Άρθρο 12
Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες,


Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος



Πηγή: Taxheaven