Κατατέθηκε σχέδιο νόμου με αλλαγές σε φορολογικές διατάξεις

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019
Κατατέθηκε σχέδιο νόμου με αλλαγές σε φορολογικές διατάξεις

Ειδικότερα:

Αλλαγές στον Κώδικα Φ.Π.Α (ν. 2859/2000)

Εναρμόνιση του Κώδικα Φ.Π.Α. με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1065 του Συμβουλίου όσον αφορά την αντιμετώπιση των κουπονιών

Ενσωματώνονται στο εσωτερικό μας δίκαιο οι διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1065 του Συμβουλίου, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ όσον αφορά την αντιμετώπιση των κουπονιών (vouchers), με σκοπό την εναρμόνιση των εθνικών κανόνων των κρατών μελών στον τομέα του ΦΠΑ για συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τη χρήση κουπονιών. Οι διατάξεις της Οδηγίας 2016/1065 είναι υποχρεωτικής εφαρμογής για τα κράτη μέλη από 1.1.2019 και εφεξής και αφορούν σε κουπόνια που εκδίδονται μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2018.

Δεδομένου ότι οι διατάξεις της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ για τον ΦΠΑ ενσωματώνονται στο εσωτερικό μας δίκαιο με τον Κώδικα ΦΠΑ (ν.2859/2000), με τις προτεινόμενες διατάξεις τροποποιείται αντίστοιχα ο Κώδικας ΦΠΑ, ως ακολούθως: Με την περίπτ. α) της παρ. 1 του άρθρου 9 ορίζεται ότι στον Κώδικα ΦΠΑ προστίθεται νέο άρθρο 12α με τον τίτλο «Κουπόνια», το οποίο περιλαμβάνει ορισμούς για τα κουπόνια, καθώς και κανόνες σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών και το απαιτητό του φόρου.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, ως «κουπόνι» νοείται ένα μέσο για το οποίο υπάρχει υποχρέωση αποδοχής του ως ανταλλάγματος ή μέρους ανταλλάγματος για μια παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών και όπου τα αγαθά που θα παραδοθούν ή οι υπηρεσίες που θα παρασχεθούν και οι ταυτότητες των ενδεχόμενων προμηθευτών αναγράφονται είτε στο ίδιο το μέσο είτε στη σχετική τεκμηρίωση, συμπεριλαμβανομένων των όρων και των προϋποθέσεων χρήσης αυτού του μέσου. Το κουπόνι μπορεί να έχει ηλεκτρονική ή υλική μορφή (όπως π.χ. αγορά κωδικού για τηλεφόρτωση παιχνιδιών από το διαδίκτυο, οι προπληρωμένες κάρτες τηλεφωνίας, οι δωροκάρτες κά). και διαφέρει ουσιωδώς από την έννοια των μέσων πληρωμής.

Τα κουπόνια διακρίνονται σε «κουπόνια συγκεκριμένου σκοπού, όταν ο τόπος παράδοσης των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών που αφορά το κουπόνι και ο ΦΠΑ που οφείλεται για τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες είναι γνωστά κατά τον χρόνο έκδοσης του κουπονιού και σε «κουπόνια πολλαττλών σκοπών, όταν πρόκειται για κουπόνι διαφορετικό από το κουπόνι συγκεκριμένου σκοπού.

Η ανωτέρω διάκριση εξαρτάται από το κατά πόσον οι πληροφορίες για τη φορολόγηση είναι διαθέσιμες κατά την έκδοση του κουπονιού. Η ουσιώδης διαφορά στη φορολογική μεταχείριση μεταξύ των δύο ανωτέρω ειδών κουπονιών έγκειται στο ότι κάθε κουπονιού συγκεκριμένου σκοπού θεωρείται ως παράδοση των αγαθών ή παροχή των υπηρεσιών που αφορά το κουπόνι και ως εκ τούτου υπάγεται στον φόρο, ενώ στην περίπτωση διανομής κουπονιού πολλαπλών σκοπών υπάγεται στον ΦΠΑ μόνο η πραγματική παράδοση των αγαθών ή η πραγματική παροχή των υπηρεσιών που αντιπροσωπεύει το κουπόνι κατά τον χρόνο εξαργύρωσης αυτού.

Με την περίπτ. β) της παρ. 1 του άρθρου 9 προστίθεται νέα παράγραφος 1α στο άρθρο 19 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000) με την οποία ορίζεται ρητά η φορολογητέα αξία στην περίπτωση εξαργύρωσης κουπονιών πολλαπλών σκοπών, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο σωστός υπολογισμός του ποσού ΦΠΑ που καταβάλλεται για τα κουπόνια αυτά. Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 9 ορίζεται η 18 Ιανουαρίου 2019 ως ο χρόνος έναρξης ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων.

Τροποποιούνται οι διατάξεις που αφορούν τη φορολογική αντιμετώπιση από πλευράς ΦΠΑ της παράδοσης των καρτών τηλεπικοινωνίας, των εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων που ακυρώνονται σε ειδικά μηχανήματα ​προς αποφυγήν αλληλοεπικαλύψεων με τις νέες ειδικές διατάξεις περί κουπονιών​

Αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν.2859/2000), η οποία ορίζει τη φορολογική αντιμετώπιση από πλευράς ΦΠΑ της παράδοσης των καρτών τηλεπικοινωνίας, των εισιτηρίων μεταφοράς προσώπων που ακυρώνονται σε ειδικά μηχανήματα και κάθε άλλης παρόμοιας περίπτωσης. Εξαιτίας των δοθέντων με τις διατάξεις της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/1065 του Συμβουλίου ορισμών των κουπονιών και της ορισθείσας φορολογικής αντιμετώπισης από πλευράς ΦΠΑ της διανομής τους, που υποχρεωτικά ενσωματώνονται στην εθνική μας νομοθεσία περί ΦΠΑ από 01.01.2019, οι υφιστάμενες διατάξεις της παραγράφου 9 τροποποιούνται κατά τρόπο που να καλύπτουν μόνο τις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στις διατάξεις αυτές και όχι γενικά και κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση, προς αποφυγήν αλληλοεπικαλύψεων με τις νέες ειδικές διατάξεις περί κουπονιών. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 10 του παρόντος ορίζεται η 11 Ιανουαρίου 2019 ως ο χρόνος έναρξης ισχύος των προτεινόμενων διατάξεων.

Τροποποίηση του άρθρου 14 του Κώδικα Φ.Π.Α. σχετικά με τις περιπτώσεις βραχυχρόνιας (κάτω των 90 ημερών) μίσθωσης επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, τα οποία τίθενται στη διάθεση του πελάτη (υποκειμένου η μη στον ΦΠΑ) εντός της χώρας μας

Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 1 τροποποιούνται οι διατάξεις της περίπτ. β) της παραγράφου 15 του άρθρου 14 του Κώδικα ΦΠΑ (ν.2859/2000) και προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις βραχυχρόνιας (κάτω των 90 ημερών) μίσθωσης επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, τα οποία τίθενται στη διάθεση του πελάτη (υποκειμένου η μη στον ΦΠΑ) εντός της χώρας μας, δεν οφείλεται ΦΠΑ στην Ελλάδα κατά το μέρος που τα πλοία αυτά χρησιμοποιούνται εκτός της Ένωσης, και δη στα διεθνή ύδατα ή στα χωρικά ύδατα τρίτων χωρών. Πρόκειται για τροποποίηση που σχετίζεται με την υπ' αριθ. 2017/2143 παράβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε βάρος της χώρας μας, σύμφωνα με την οποία αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ περί ΦΠΑ το υφιστάμενο κατ' αποκοπή καθεστώς επιβολής ΦΠΑ στις ναυλώσεις επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, βάσει του οποίου δεν επιβαρύνεται με ΦΠΑ το συνολικό αντίτιμο που εισπράττεται για τις εν λόγω ναυλώσεις, αλλά ένα μέρος αυτού ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκει το πλοίο (σχετ. εγκύκλιος ΠΟΛ.1156/1997).

Γενικά, οι ναυλώσεις αυτές αντιμετωπίζονται για σκοπούς ΦΠΑ είτε ως υπηρεσίες μεταφοράς προσώπων, στην περίπτωση που το πλοίο διατίθεται με πλήρωμα, είτε ως υπηρεσίες μίσθωσης πλοίου, στην περίπτωση που διατίθεται μόνο το πλοίο. Σύμφωνα με τις υφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 14 του Κώδικα ΦΠΑ, οι υπηρεσίες μεταφοράς προσώπων υπάγονται σε ΦΠΑ στην Ελλάδα για το διανυόμενο στην Ελλάδα μέρος της διαδρομής (παρ. 5), ενώ οι υπηρεσίες βραχυχρόνιας μίσθωσης μεταφορικών μέσων φορολογούνται στο σύνολό τους στην Ελλάδα, εφόσον το μεταφορικό μέσο τίθεται στη διάθεση του πελάτη στο εσωτερικό της χώρας, ανεξαρτήτως του τόπου πλεύσης του πλοίου.

Με αφορμή την παράβαση σε βάρος της χώρας μας, για τον εξορθολογισμό της φορολογικής αντιμετώπισης των ναυλώσεων πλοίων αναψυχής και την ομοιόμορφη φορολογική μεταχείρισή τους, είτε συνιστούν υπηρεσίες μεταφοράς προσώπων, είτε υπηρεσίες μίσθωσης μεταφορικού μέσου, υιοθετείται το κριτήριο της χρήσης και εκμετάλλευσης στις βραχυχρόνιες μισθώσεις πλοίων αναψυχής, ώστε να υπάγονται σε ΦΠΑ στην Ελλάδα κατά το μέρος που χρησιμοποιούνται στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Η υιοθέτηση του εν λόγω κριτηρίου στις επίμαχες υπηρεσίες προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης α' του άρθρου 59α της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ για το ΦΠΑ.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 ορίζεται ότι τα κριτήρια της χρήσης και εκμετάλλευσης που θέτει ο νόμος και ο τρόπος απόδειξης της πλήρωσης αυτών εξειδικεύονται περαιτέρω με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του τυχόν συναρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, μετά από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), λόγω της ενδεχόμενης επίπτωσης στα έσοδα που μπορεί να έχουν οι εν λόγω κανονιστικές πράξεις αναλόγως του βαθμού αυστηρότητάς τους, ενώ οι διαδικασίες και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του τόπου παροχής των υπηρεσιών ορίζονται με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε..

Αλλαγές στη Φορολογία Εισοδήματος

Τροποποιήσεις του άρθρου 49 του ν. 4172/2013 Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Με τις προτεινόμενες διατάξεις αναδιατυπώνονται οι διατάξεις του άρθρου 49 του ν.4172/2013, προς τον σκοπό της εναρμόνισης με το άρθρο 4 της Οδηγίας 1164/2016/ΕΕ, λαμβανομένου υπόψη του διορθωτικού της Οδηγίας, όπως δημοσιεύτηκε στο τεύχος L 39/11.2.2019 της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 καθορίζεται το όριο μέχρι το οποίο εκπίπτει το υπερβαίνον κόστος δανεισμού ενός μεμονωμένου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή ενός σταθερού συντελεστή (30%) επί των κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (EBITDA) του ιδίου νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας, ανεξαρτήτως του εάν ανήκει ή όχι σε όμιλο επιχειρήσεων. .

Άλλωστε, με βάση την εσωτερική μας νομοθεσία δεν προβλέπεται η φορολογική μεταχείριση ομίλων και για τον λόγο αυτό δεν κρίνεται σκόπιμη η ενσωμάτωση ενός σταθερού συντελεστή (fixed ratio) με βάση το EBITDA σε επίπεδο ομίλου (group ratio), αλλά η εφαρμογή ενός σταθερού συντελεστή σε επίπεδο ανεξάρτητων νομικών προσώπων/οντοτήτων είτε αυτά ανήκουν σε όμιλο (περ. β'), είτε όχι (standalone entities, κλπ).

Περαιτέρω, δίδεται ο ορισμός του «κόστους δανεισμού», με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 2 της Οδηγίας, καθώς επίσης και του «υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού», για τον υπολογισμό του οποίου ορίζεται ρητά ότι θα χρησιμοποιηθούν τα φορολογητέα ποσά εσόδων και δαπανών τόκων, όπως αυτά προκύπτουν με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι όπου στις διατάξεις γίνεται αναφορά σε «ενδοομιλικές συναλλαγές», νοείται ο όρος «μεταβιβαστική τιμολόγηση» που χρησιμοποιείται στις διατάξεις της Οδηγίας για τον ορισμό του κόστους δανεισμού. Επίσης, ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού του EBITDA, το οποίο υπολογίζεται με βάση τα φορολογητέα κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων, χωρίς να συνυπολογίζονται τα απαλλασσόμενα έσοδα, καθόσον, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προοίμιο της Οδηγίας (περ. 6), τα έσοδα αυτά δε θα πρέπει να συμψηφίζονται με το εκπιπτόμενο κόστος δανεισμού.

Παράλληλα, καθορίζεται ως όριο της πλήρους έκπτωσης τόκων το ποσό των 3.000.000 ευρώ, το οποίο εφαρμόζεται σε επίπεδο μεμονωμένης οντότητας, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλαγών της με εταιρίες του ίδιου ομίλου. Συγκεκριμένα, όταν το υπερβαίνον κόστος δανεισμού αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο του προαναφερόμενου ορίου, εκπίτττει το μεγαλύτερο ποσό μεταξύ του ορίου και του 30% του EBITDA, ενώ στις περιπτώσεις που το υπερβαίνον κόστος δανεισμού είναι μέχρι 3.000.000 ευρώ, αυτό εκπίπτει στο σύνολο του. Πέραν των ανωτέρω, προβλέπεται η δυνατότητα μεταφοράς προς έκπτωση στα επόμενα φορολογικά έτη και χωρίς χρονικό περιορισμό του υπερβαίνοντος κόστους δανεισμού που δεν μπορεί να εκπέσει κατά το τρέχον φορολογικό έτος μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1-5 του προτεινόμενου άρθρου (επιλογή της περίπτ. α' της παρ. 4 του άρθρου 6 της Οδηγίας).

Εξυπακούεται ότι το προς μεταφορά ποσό εκπίπτει στο πρώτο φορολογικό έτος στο οποίο το υπερβαίνον κόστος δανεισμού του υπόψη νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας υπολείπεται του οριζόμενου ποσοστού επί του EBITDA και μέχρι το ποσό αυτού (του 30% του EBITDA), ενώ τυχόν υπόλοιπα συνεχίζουν να μεταφέρονται σε επόμενα έτη με τον ίδιο τρόπο μέχρι την πλήρη απόσβεσή τους.

Τέλος, ορίζονται οι εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 της Οδηγίας, αλλά και το υπερβαίνον κόστος δανεισμού που προκύπτει από δάνεια τρίτων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων δημόσιων έργων υποδομής, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης του έργου, το κόστος δανεισμού, τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα βρίσκονται όλα στην Ένωση.

Τροποποιήσεις του άρθρου 66 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος σχετικά με τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες

Με τις προτεινόμενες διατάξεις αντικαθίστανται οι διατάξεις του άρθρου 66 του ν.4172/2013 για τις Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες (ΕΑΕ) προς τον σκοπό της εναρμόνισης με την Οδηγία 2016/1164/ΕΕ του Συμβουλίου.

Περαιτέρω, με τις προτεινόμενες διατάξεις εξασφαλίζεται η εφαρμογή των αποτελεσμάτων των BEPS (τελική έκθεση - δράση 3), προκειμένου τα κράτη μέλη να περιορίσουν την τεχνητή εκτροπή εισοδήματος σε εταιρείες και μόνιμες εγκαταστάσεις εγκατεστημένες τόσο σε τρίτες χώρες όσο και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 ορίζονται, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 7 της Οδηγίας, οι σωρευτικές προϋποθέσεις (όπως τίθενται στις περ. α', β' και γ' της παραγράφου 1) οι οποίες θα πρέπει να συντρέχουν προκειμένου ένα αλλοδαπό νομικό πρόσωπο ή μια αλλοδαπή νομική οντότητα ή μια μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή τα κέρδη της οποίας δεν φορολογούνται ή απαλλάσσονται του φόρου στην ημεδαπή να νοείται ως ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία.

Πλέον, στην έννοια των ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών περιλαμβάνονται και οι μόνιμες εγκαταστάσεις στην αλλοδαπή τα κέρδη των οποίων δεν φορολογούνται ή απαλλάσσονται του φόρου στην ημεδαπή.

Με τις προϋποθέσεις αυτές διατηρείται όπως ίσχυε και στο προγενέστερο καθεστώς η προϋπόθεση συμμετοχής του φορολογούμενου στην ΕΑΕ με ποσοστό άνω του 50%, ενώ ως φορολογούμενος νοείται τόσο το φυσικό πρόσωπο όσο και το νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα.

Για τον καθορισμό του ποσοστού αυτού σε περίπτωση συμμετοχής της φορολογούμενης εταιρείας από κοινού με συνδεδεμένες με αυτή κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού εταιρείες, καταρχήν εξετάζονται οι συνδεδεμένες εταιρείες βάσει της παραγράφου 2 και στη συνέχεια τα ποσοστά συμμετοχής αυτών στην ΕΑΕ αθροίζονται. Επίσης, διατηρείται το κριτήριο ποσοστού 30% στις κατηγορίες εισοδήματος της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, ενώ πλέον δεν παρέχεται εξαίρεση για τις εισηγμένες εταιρείες, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από την Οδηγία. Τέλος, όσον αφορά την υπό στοιχείο β' προϋπόθεση περί ελάχιστης φορολόγησης στην αλλοδαπή, ενώ μέχρι πρότινος υπόκειντο σε φορολογία οι ΕΑΕ σε προνομιακό ή μη συνεργάσιμο κράτος, πλέον τίθεται κριτήριο πραγματικής εταιρικής φορολόγησης και όχι ονομαστικού συντελεστή φορολογίας όταν ο πραγματικός φόρος που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή είναι μικρότερος από το ήμισυ του φόρου που θα οφειλόταν σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία. Με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού δίδεται ο ορισμός των συνδεδεμένων επιχειρήσεων με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 1, στην έννοια των συνδεδεμένων προσώπων επιχειρήσεων περιλαμβάνονται και τα φυσικά πρόσωπα, υπό τις ειδικότερες τιθέμενες προϋποθέσεις.

Με την παράγραφο 3 ορίζεται, βάσει της παρ. 2 του άρθρου 7 της Οδηγίας, ότι στο φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου περιλαμβάνεται το μη διανεμηθέν εισόδημα της ΕΑΕ από συγκεκριμένες κατηγορίες παθητικού εισοδήματος οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1, ήτοι για τον υπολογισμό του ποσοστού εισοδήματος που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να θεωρηθεί ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ως ελεγχόμενη αλλοδαπή εταιρεία. Επισημαίνεται ότι, σε σχέση με την παρ. 3 της τροποποιούμενης ρύθμισης, στις κατηγορίες εισοδημάτων προστίθενται και τα εισοδήματα από εταιρείες τιμολόγησης που αποκομίζουν έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών και υπηρεσιών που αγοράζονται και πωλούνται σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις και δεν προσθέτουν καμία ή προσθέτουν ελάχιστη οικονομική αξία.

Με τις διατάξεις των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 του άρθρου αυτού προσδιορίζεται ο τρόπος συνυπολογισμού του εισοδήματος των ΕΑΕ στη φορολογητέα βάση του φορολογούμενου.

Επιπλέον, ορίζεται ρητά ότι σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα ή η μόνιμη εγκατάσταση πραγματοποιούν σε ένα φορολογικό έτος ζημίες, αυτές δεν περιλαμβάνονται στη φορολογητέα βάση του φορολογουμένου, αλλά δύνανται να συμψηφισθούν με μελλοντικά κέρδη με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 27 του νόμου αυτού.

Τέλος, ρυθμίζονται οι περιπτώσεις διανομής κερδών από την ΕΑΕ, μεταβίβασης συμμετοχών στην ΕΑΕ, καθώς και η δυνατότητα συμψηφισμού του καταβληθέντος φόρου αλλοδαπής και των συνδεδεμένων εταιρειών, σε περίπτωση έμμεσης συμμετοχής, κατά την υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του φορολογουμένου, προκειμένου για την αποφυγή διπλής φορολογίας. Με την παράγραφο 8 ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται σε εγκατεστημένα εντός ΕΕ και ΕΟΧ νομικά πρόσωπα, νομικές οντότητες ή μόνιμες εγκαταστάσεις που ασκούν ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα που υποστηρίζεται από προσωπικό, εξοπλισμό, περιουσιακά στοιχεία και εγκαταστάσεις, όπως αποδεικνύεται από συναφή πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις, ενώ δεν προβλέπεται εξαίρεση σε αυτά τα νομικά πρόσωπα, νομικές οντότητες ή μόνιμες εγκαταστάσεις που είναι εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες, όπως ίσχυε και με το προγενέστερο καθεστώς.

Στην περίπτωση αυτή το βάρος της απόδειξης ότι η ΕΑΕ που είναι εγκατεστημένη χώρα μέλος ΕΕ/ΕΟΧ δεν ασκεί ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα, η οποία υποστηρίζεται από προσωπικό, εξοπλισμό, περιουσιακά στοιχεία και εγκαταστάσεις φέρει η φορολογική αρχή (σχετ. το σημείο 12 του Προοιμίου της Οδηγίας είναι σημαντικό οι φορολογικές αρχές και οι φορολογούμενοι να συνεργάζονται προκειμένου να συλλέγουν συναφή πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις ώστε να προσδιορίζουν αν είναι εφαρμοστέος ο κανόνας εξαίρεσης στη βάση της ουσιαστικής οικονομικής δραστηριότητας).

Τροποποίηση του άρθρου 60 του ν. 4172/2013 με σκοπό την αποσαφηνίση πλήρως του καθεστώτος φορολογικής μεταχείρισης για τα εφάπαξ χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στα στελέχη που εμπίπτουν σε ειδικά μισθολόγια καθώς και συνταξιούχοι των ίδιων κατηγοριών (άρθρα 10 έως και 15 του ν.4575/2018)

Με τις προτεινόμενες διάταξεις αποσαφηνίζεται πλήρως το καθεστώς φορολογικής μεταχείρισης για τα εφάπαξ χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στους δικαιούχους των άρθρων 10 έως και 15 του ν.4575/2018 (στελέχη που εμπίπτουν σε ειδικά μισθολόγια καθώς και συνταξιούχοι των ίδιων κατηγοριών). Με την προτεινόμενη διάταξη η εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων για τα εισοδήματα αυτά που είχε οριστεί από τις διατάξεις του άρθρου 86 του ν.4582/2018 συμπεριλαμβάνει και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013 (Α' 167).

Με την παράγραφο 2 ορίζεται ότι η ανωτέρω τροποποίηση εφαρμόζεται για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από την έναρξη ισχύος του ν. 4575/2018 (Α' 192).

Τέλος, με την παράγραφο 3 της προτεινόμενης ρύθμισης, προβλέπεται ότι και τα χρηματικά ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί στους Δικαστικούς Λειτουργούς και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) όχι βάσει των διατάξεων της παρ.1 του άρθρου 14 του ν.4575/2018 και της αριθμ. 2/88419/ΔΕΠ/4.12.2018 Κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β' 5435), αλλά δυνάμει δικαστικών αποφάσεων και πρακτικών της Τριμελούς Επιτροπής του Ν.Σ.Κ., φορολογούνται επίσης σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 60 του ν.4172/2013, που προστέθηκε με το άρθρο 86 του ν.4582/2018 (Α' 208), όπως τροποποιείται με την παράγραφο 1 της παρούσας ρύθμισης και ισχύει κάθε φορά, δηλαδή με παρακράτηση με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εξαντλούμενης της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων για τα εισοδήματα αυτά, συμπεριλαμβανομένης και της απαλλαγής από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43Α του ν.4172/2013, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο απόκτησης των εισοδημάτων αυτών, το οποίο μπορεί να είναι προγενέστερο της έναρξης ισχύος του ν.4575/2018.

Τροποποίηση των άρθρων 43 του ν. 4111/2013 και 25 του ν. 27/1975 με σκοπό τη θέσπιση της επέκτασης της εισφοράς επί του εισαγόμενου και μετατρεπόμενου σε ευρώ συναλλάγματος και του εισαγόμενου ποσού σε ευρώ του άρθρου 43 του ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α ́ 18) για το συνολικό συνάλλαγμα που θα εισάγουν από το 2020 και εφεξής ενω επέρχονται ορισμένες αναγκαίες τροποποιήσεις στις διατάξεις του άρθρου 43 του v.4111/2013 καθώς και του άρθρου 25 του ν.27/1975 (A77) για την πληρέστερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή τους​

Ειδικότερα με τις προτεινόμενες διατάξεις θεσπίζεται κατά πρώτον η επέκταση της εισφοράς επί του εισαγόμενου και μετατρεπόμενου σε ευρώ συναλλάγματος και του εισαγόμενου ποσού σε ευρώ του άρθρου 43 του ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α ́ 18) για το συνολικό συνάλλαγμα που θα εισάγουν από το 2020 και εφεξής.

Επίσης, επέρχονται ορισμένες αναγκαίες τροποποιήσεις στις διατάξεις του άρθρου 43 του v.4111/2013 καθώς και του άρθρου 25 του ν.27/1975 (A77) για την πληρέστερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, θεσπίζεται διαρκής φορολόγηση των ναυτιλιακών επιχειρήσεων του άρθρου 25 (αλλοδαπών και ημεδαπών) εκτός εκείνων που δραστηριοποιούνται με τη διαχείριση ή εκμετάλλευση πλοίων. Επίσης, διορθώνονται ασάφειες και λάθη, καλύπτονται νομοτεχνικά κενά που έχουν διαπιστωθεί και λαμβάνεται κάθε άλλο αναγκαίο μέτρο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών, την απλοποίηση των διαδικασιών, την διευκόλυνση των πολιτών και την άμεση απόδοση της εισφοράς επί του εισαγόμενου συναλλάγματος και του φόρου μερισμάτων του άρθρου 43 του ν. 4111/2013.

Κυρώνεται το νέο συνυποσχετικό μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Ναυτιλιακής Κοινότητας

Με το ως άνω Νέο Συνυποσχετικό τα μέλη της Ναυτιλιακής Κοινότητας οικειοθελώς συμφωνούν να συνδράμουν οικονομικά την Ελληνική Δημοκρατία με την εθελούσια καταβολή σταθερού ποσοστού 10% (δέκα τοις εκατό) επί των εισαγόμενων στην Ελλάδα ποσών σε οιοδήποτε νόμισμα, προερχομένων από εισοδήματα εκ μερισμάτων των τελικών μετόχων ή εταίρων ή πραγματικών δικαιούχων πλοιοκτητριών εταιρειών πλοίων υπό ελληνική ή ξένη σημαία, υπό την προϋπόθεση της διαχείρισης (των υπό ξένη σημαία πλοίων) από εταιρεία που έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του αρ. 25 του ν.27/1975. Η συμβατική διάρκεια της οικειοθελούς αυτής παροχής ορίζεται ως αορίστου χρόνου.

Αλλαγές στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013)

Τροποποιήσεις του άρθρου 38 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας με σκοπό την εφαρμογή του γενικού κανόνα απαγόρευσης των καταχρήσεων και των τεχνικών διευθετήσεων.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις αντικαθίστανται οι διατάξεις του άρθρου 38 του ν.4174/2013, προς τον σκοπό της εναρμόνισης με το άρθρο 6 της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ του Συμβουλίου.

Αν και το άρθρο 6 της Οδηγίας αναφέρεται στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων, επιλέγεται η διατήρηση της συστηματικής ένταξης της διάταξης στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, προς τον σκοπό της γενικής εφαρμογής της σε όλους τους φόρους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΦΔ, δεδομένου ότι ο σκοπός της Οδηγίας (σχετ. η παρ. 3 του Προοιμίου αυτής) είναι η θέσπιση ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας στο εθνικό δίκαιο και επομένως τα κράτη-μέλη έχουν τη δυνατότητα αυστηρότερων/ευρύτερων ρυθμίσεων.

Επισημαίνεται ότι η εφαρμογή του γενικού κανόνα απαγόρευσης των καταχρήσεων καταλαμβάνει διευθετήσεις που πραγματοποιούνται μεταξύ προσώπων τόσο στην ημεδαπή όσο και διασυνοριακά, τόσο εντός όσο και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επίσης, οι γενικοί κανόνες απαγόρευσης των καταχρήσεων (ΓΚΑΚ) περιλαμβάνονται στα φορολογικά συστήματα για την αντιμετώπιση των καταχρηστικών φορολογικών πρακτικών που δεν αντιμετωπίζονται με ειδικά στοχευμένες διατάξεις (παράγραφος 11 του προοιμίου της Οδηγίας). Ως εκ τούτου, η λειτουργία των ΓΚΑΚ έχει σκοπό να συμπληρώνει κενά, μη θίγοντας την εφαρμογή ειδικών κανόνων κατά των καταχρήσεων (π.χ. διάταξη περί ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών, αντικαταχρηστικός κανόνας της Οδηγίας Μητρικών Θυγατρικών, κ.λπ.).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού ενσωματώνεται στο εσωτερικό δίκαιο γενικός κανόνας απαγόρευσης των καταχρήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 της Οδηγίας, με βάση τον οποίο κατά τον προσδιορισμό του φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δεν λαμβάνει υπόψη τυχόν διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων οι οποίες, έχοντας συσταθεί με κύριο σκοπό ή με έναν εκ των κύριων σκοπών την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος που καταστρατηγεί το αντικείμενο ή τον σκοπό των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων, χαρακτηρίζονται ως μη γνήσιες, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών στοιχείων και περιστάσεων, γεγονός που προϋποθέτει την συνολική ανάλυση και αξιολόγηση της διευθέτησης/σειράς διευθετήσεων από τη Φορολογική Διοίκηση, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος της απόδειξης, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ορίζεται η έννοια της διευθέτησης όπως αυτή αναφέρεται στην Σύσταση της Ε.Ε. 2012/772/ΕΕ. Μια διευθέτηση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη όπως αναφέρεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του κειμένου της Οδηγίας 2016/1164/ΕΕ. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται ότι μια διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων θεωρείται μη γνήσια στον βαθμό που δεν τίθεται σε εφαρμογή για βάσιμους εμπορικούς λόγους που απηχούν την οικονομική πραγματικότητα με βάση την παράγραφο 2 του άρθρου 6 της Οδηγίας.

Περαιτέρω, προκειμένου για τον καθορισμό του γνήσιου ή μη χαρακτήρα μιας διευθέτησης ή σειράς διευθετήσεων, η Φορολογική Διοίκηση εξετάζει εάν αυτές αφορούν μια ή περισσότερες από ενδεικτικές καταστάσεις, όπως αυτές περιγράφονται στο κείμενο της Σύστασης της Ε.Ε. 2012/772/ΕΕ. Με την παράγραφο 4 ορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της Οδηγίας, ότι όταν, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, διευθετήσεις ή σειρά διευθετήσεων δεν λαμβάνονται υπόψη, τότε η φορολογική υποχρέωση υπολογίζεται βάσει των διατάξεων που θα τύγχαναν εφαρμογής εν απουσία της εν λόγω διευθέτησης.

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και προκειμένου να εξασφαλισθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 11 του Προοιμίου της Οδηγίας, ότι ο κανόνας του άρθρου 6 της Οδηγίας εφαρμόζεται με ομοιόμορφο τρόπο, για την ερμηνεία της διάταξης ακολουθείται συμπληρωματικά η συναφής νομολογία του ΔΕΕ και η Σύσταση της Ε.Ε. 2012/772/ΕΕ. Επίσης, σχετικώς με την έννοια των όρων «τεχνητές (artificial) διευθετήσεις», η οποία απαντάται στην πρώτη παράγραφο του ισχύοντος μέχρι σήμερα άρθρου 38 ΚΦΔ (ακολουθώντας το κείμενο της Σύστασης της Ε.Ε. 2012/772/ΕΕ, η οποία υιοθέτησε την νομολογία του ΔΕΚ (π.χ. υπόθεση Cadbury Schweppes - C-196/04) και «μη γνήσιες (not genuine) διευθετήσεις», η οποία ακολουθείται από την Οδηγία (η οποία εμφανίστηκε πρώτη φορά, με τις διατάξεις της Οδηγίας 2015/121/EE σχετικά με την υιοθέτηση γενικού κανόνα απαγόρευσης των καταχρήσεων όσον αφορά την Οδηγία Μητρικών - Θυγατρικών (2011/96/ΕΕ), το περιεχόμενο των διατάξεων της οποίας έχει ενσωματωθεί στο εσωτερικό μας δίκαιο με τις διατάξεις της παραγράφου 41 του άρθρου 72 του ν.4172/2013), για ερμηνευτικούς σκοπούς οι δύο όροι θεωρούνται ταυτόσημοι.

Προς τον σκοπό της ομοιόμορφης εφαρμογής της διάταξης, η οποία κατά τη διεθνή πρακτική δεν έχει ευρεία εφαρμογή αλλά εφαρμόζεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τεχνητών σχημάτων φοροαποφυγής, με την παράγραφο 5 του άρθρου αυτού προβλέπεται η έκδοση Απόφασης του Διοικητή της ΑΑΔΕ με την οποία καθορίζεται η διαδικασία εφαρμογής του άρθρου αυτού και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα.

Ως προς την εφαρμογή της διάταξης σε σχέση με τις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (ΣΑΔΦ), διευκρινίζεται ότι εάν σε ΣΑΔΦ περιέχονται ειδικές διατάξεις κατά της φοροαποφυγής (π.χ. Principle Purpose Test), τότε, εφόσον ο σκοπός της μη γνήσιας διευθέτησης είναι η απόκτηση πλεονεκτήματος που παρέχεται από την οικεία ΣΑΔΦ, οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν σε κάθε περίπτωση του άρθρου 38 του ΚΦΔ και εφαρμόζονται αποκλειστικά. Σε κάθε άλλη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 38 ΚΦΔ και εφόσον διαπιστωθεί ότι μια διευθέτηση έχει ως κύριο ή έναν από τους κύριους σκοπούς την απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος, τότε δεν χορηγούνται τα ευεργετήματα των ΣΑΔΦ. Σε περίπτωση εφαρμογής του γενικού κανόνα απαγόρευσης των καταχρήσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013) ως προς τις επιβαλλόμενες κυρώσεις (σχετ. η παρ. 11 του Προοιμίου της Οδηγίας).

Αλλαγές στον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.)

Προτείνεται διάταξη με σκοπό την ανακούφιση πληγέντων από τις καταστροφικές πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018, με τη χορήγηση απαλλαγής ΕΝ.Φ.Ι.Α. ετών 2018 και 2019 των ακινήτων των περιοχών που βρίσκονται στην Περιφέρεια Αττικής και στην Περιφερειακή Ενότητα Κορινθίας εφόσον οι ιδιοκτήτες των ακινήτων είναι κάτοχοι Έκθεσης Αυτοψίας ή Πρωτοκόλλου Αυτοψίας Επικινδύνως Ετοιμορρόπου Κτιρίου του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, όπου διαπιστώνονται οι βλάβες του κτιρίου, ώστε να συμπεριληφθούν και τα ακίνητα για τα οποία δεν έχει εκδοθεί Δελτίο Επανελέγχου, δεδομένου ότι τα εν λόγω διοικητικά έγγραφα έχουν την ίδια ισχύ και εγκυρότητα.

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/Παντελής Σαΐτας