«Κούρεμα» στο χρόνο παραγραφής των φορολογικών υποθέσεων.

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Στα 10 χρόνια μειώνεται ο χρόνος παραγραφής φορολογικών υποθέσεων από 20 που είναι σήμερα. Στην ουσία παύει το δικαίωμα του Δημοσίου να μπορεί να ελέγξει τις επιχειρήσεις ως προς τη ορθή εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων και να επιβάλλει φόρους στις περιπτώσεις που διαπιστώσει παραλείψεις και λάθη, πέρα από συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Με αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις θα απελευθερωθούν από ένα «βραχνά» που τις κρατούσε δέσμιες ενώ τις υποχρέωνε να διατηρούν στα λογιστήρια τους για πολλά έτη όλα τα στοιχεία που ήταν υποχρεωμένες από τον κώδικα στοιχείων να κρατούν.

Η νομοθετική ρύθμιση αποτελεί εφαρμογή σχετικής απόφασης άμεσα εκτελεστέας. Στην απόφαση του ΣτΕ σημειώνεται ότι η παράταση των προθεσμιών παραγραφής που επήλθαν με τους επίμαχους νόμους, αντιβαίνει στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης που επιβάλλουν τη σαφή διατύπωση των κανόνων δικαίου.

Επιπλέον, παράγοντες της φορολογικής διοίκησης υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να τίθεται εν αμφιβάλω επ' αόριστον η κατάσταση του φορολογουμένου και για τον καταλογισμό παραβάσεων και την επιβολή κυρώσεων (πρόστιμα κ.λπ.) και για αυτό πρέπει να περιορίζεται ο χρόνος παραγραφής. «Η παραγραφή πρέπει να έχει συνολικά εύλογη διάρκεια, με βάση τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ώστε να επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των φορολογουμένων, χωρίς όμως και να ενθαρρύνει την απραξία των φορολογικών Αρχών. Οι φορολογικές εκκρεμότητες κάποια στιγμή θα πρέπει να κλείνουν και από την άλλη οι επιχειρήσεις δεν είναι δυνατόν να λειτουργούν με τη μόνιμη αβεβαιότητα της επιβολής φορολογικών ποινών (προστίμων, πρόσθετων φόρων κ.λπ.) για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα» λένε χαρακτηριστικά.

Στη πράξη η Πολιτεία για μακρύ χρόνο, επέλεξε τη μέθοδο των συνεχών παρατάσεων της παραγραφής ,ενισχύοντας την αβεβαιότητα, την αναποτελεσματικότητα των φορολογικών μηχανισμών, αλλά και την δημιουργία πρακτικών προβλημάτων όπως είναι η φύλαξη δικαιολογητικών, βιβλίων κ.ά. στους φορολογούμενους.

ΤΙ ΙΣΧΥΕΙ ΣΗΜΕΡΑ

  1. Επιβάλλεται η έκδοση εντολής ελέγχου, η κοινοποίηση αυτής στο φορολογούμενο και η έναρξη ελέγχου όπως προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις (π.χ. θεώρηση βιβλίων και στοιχείων φορολογούμενου Φυσικού ή Νομικού προσώπου).

  2. Για τις παραγραφόμενες υποθέσεις, για τις οποίες έχει ήδη γίνει έναρξη ελέγχου, αυτός θα ολοκληρωθεί κανονικά, συμπεριλαμβανομένων και των υποθέσεων για τις οποίες εκδόθηκε εντολή ελέγχου και έγινε έναρξη αυτού στα πλαίσια της, αφορά την κοινοποίηση του φύλλου περαίωσης για όσους δεν την έχουν αποδεχτεί.

  3. Για τις υποθέσεις που:
    α) έχουν εκδοθεί εντολές φορολογικού ελέγχου, αλλά δεν έχει γίνει έναρξη ελέγχου και
    β) εκκρεμεί η έκδοση εντολής και αφορούν ελέγχους μετά από παραγγελία εισαγγελικών λειτουργιών ή επιθεωρητών, υποθέσεις μεγάλου πλούτου, ακινήτων εξωτερικού, offshore, υποθέσεις που εμπίπτουν στο προβλεπόμενο δείγμα από το άρθρο 5 της Α.Υ.Ο ΠΟΑ. 1159/22.7.2011, εμβασμάτων, υποθέσεις οι οποίες έχουν ανατεθεί με απόφαση Υπουργού ή του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, καθώς και υποθέσεις που ο φορολογικός έλεγχος έχει εγκριθεί από τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, κατόπιν αίτησης των υπηρεσιών, ο έλεγχος αυτών καθίσταται υποχρεωτικός. Επίσης υποχρεωτικά, θα διενεργηθεί ο έλεγχος σε επιχειρήσεις για τα οικονομικά έτη 2004 και 2005, για την ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 169 του Ν. 4099/2012 και σε επιχειρήσεις στις οποίες έχει γίνει ολική ανάκτηση των ενισχύσεων, με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 3614/2007 και θα διενεργηθεί επανυπολογισμός των τόκων, σύμφωνα με τις διατάξεις της §ζ, §1 του άρθρου 169 του Ν.4099/2012.

Επιπλέον προβληματισμός δημιουργείται ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 38 του 4174/2013, όπου υιοθετείται για πρώτη φορά στο ελληνικό φορολογικό δίκαιο γενικός κανόνας κατά της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής. Οι διατάξεις αυτές εξαιτίας της γενικότητας με την οποία είναι διατυπωμένες, μπορεί να οδηγήσουν σε καταχρηστική εφαρμογή της νομοθεσίας. Ειδικότερα, «κατά τον προσδιορισμό φόρου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αγνοεί κάθε τεχνητή ρύθμιση ή σειρά ρυθμίσεων που αποβλέπει σε αποφυγή της φορολόγησης και οδηγεί σε φορολογικό πλεονέκτημα. Οι εν λόγω ρυθμίσεις αντιμετωπίζονται, για φορολογικούς σκοπούς, με βάση τα χαρακτηριστικό της οικονομικής τους υπόστασης.

Alfred - 360°