Πώς θα υπολογίζονται τα πρόστιμα για μη έκδοση αποδείξεων.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Το νέο καθεστώς προστίμων που ισχύει από χθες για όσες επιχειρήσεις και όσους ελεύθερους επαγγελματίες υπάγονται σε ΦΠΑ και εντοπίζονται κατά τη διάρκεια επιτόπιων φορολογικών ελέγχων να μην έχουν εκδώσει ή να έχουν εκδώσει ανακριβώς αποδείξεις λιανικών συναλλαγών ή τιμολόγια γνωστοποίησε ο γενικός γραμματέας Δημοσίων Εσόδων Γ. Πιτσιλής με την υπ’ αριθμόν ΠΟΛ 1112/2016 εγκύκλιό του, την οποία απέστειλε σε όλες τις φοροελεγκπκές υπηρεσίες της χώρας. Πάντως, η διάταξη δεν έχει ακόμη ψηφιστεί από τη Βουλή, αλλά αναμένεται να έχει ψηφιστεί το αργότερο μέχρι αύριο.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην εγκύκλιο του κ. Πιτσιλή, με τροπολογία που κατατέθηκε στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου καπνικών προϊόντων επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις σης διατάξεις του άρθρου 58Α του ν. 4172/2013:

  1. Για παραβάσεις που διαπιστώνονται από 25-7-2016 και μετά, προ βλέπεται πλέον ένα ελάχιστο ύψος προστίμου για το σύνολο των παραβάσεων μη έκδοσης ή ανακριβούς έκδοσης ή λήψης φορολογικών στοιχείων ανά φορολογικό έλεγχο, ενώ σε περίπτωση υποτροπής τα πρόστιμα θα προσαυξάνονται σημαντικά.
    Ειδικότερα, στην περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου, ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς φορολογικού στοιχείου, για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, θα εξακολουθεί να επιβάλλεται πρόστιμο 50% επί του ΦΠΑ που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς αντίστοιχα.
    Το πρόστιμο αυτό όμως δεν θα μπορεί πλέον να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 250 ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 500 ευρώ σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.

  2. Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, θα επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 100% του ΦΠΑ που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή ίσο με το 100% της διαφοράς ΦΠΑ λόγω έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου. Το πρόστιμο αυτό δεν θα μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 500 ευρώ σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 1.000 ευρώ σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.

  3. Στην περίπτωση κάθε επόμενης διάπραξης της ίδιας παράβασης στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, θα επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 200% του ΦΠΑ που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο, ή ίσο με το 200% της διαφοράς ΦΠΑ λόγω έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου, το οποίο δεν θα μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 1.000 ευρώ σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 2.000 ευρώ σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.

  4. Αντικαθίσταται η παράγραφος 5 του άρθρου 58Α του ν.4174/2013, ώστε στις περιπτώσεις που διαπιστώνονται οι παραβάσεις της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης φορολογικών στοιχείων και ταυτόχρονα συντρέχει και η περίπτωση της παράβασης της μη υποβολής δήλωσης ή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης ΦΠΑ να μην επιβάλλονται πολλαπλά πρόστιμα.
    Στις περιπτώσεις αυτές θα αφαιρείται από το πρόστιμο για μη υποβολή δήλωσης ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης το αναλογικό πρόστιμο του 50% και όχι το ελάχιστο πρόστιμο των 250 ή 500 ευρώ, ή το επιβληθέν σε επόμενους ελέγχους διπλάσιο ή τετραπλάσιο πρόστιμο για διάπραξη ίδιων παραβάσεων εντός πενταετίας. Δηλαδή, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο φορολογούμενος δεν εξέδωσε ή εξέδωσε ανακριβώς φορολογικά στοιχεία και στη συνέχεια δεν καταχώρησε, ως όφειλε, στην ελεγχόμενη δήλωση τα ποσά και τον φόρο των μη εκδοθέντων ή ανακριβώς εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων από το συνολικό πρόστιμο της παράβασης για μη υποβολή δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης θα αφαιρείται το 50% του φόρου που αντιστοιχεί στο μη εκδοθέν ή στο ανακριβώς εκδοθέν φορολογικό στοιχείο και όχι το ελάχιστα επιβαλλόμενο πρόστιμο των 250 ευρώ, 500 ευρώ κλπ.
    Σε κάθε τέτοια περίπτωση αφαίρεσης προστίμου, λόγω ταυτόχρονης εφαρμογής δύο διατάξεων δεν θα απομένει υπόλοιπο προς επιστροφή.

    Παραδείγματα

  5. Για την ομοιόμορφη εφαρμογή των ανωτέρω και την καλύτερη κατανόηση αυτών παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:

    α) Έστω ότι στο πλαίσιο ελέγχου που πραγματοποιήθηκε την 28-7-2016 σε φορολογούμενο που υποχρεούται στην τήρηση απλογραφικού λογιστικού συστήματος, διαπιστώθηκε η μη έκδοση ενός φορολογικού στοιχείου αξίας 3.000 ευρώ από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ ύψους 720 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο 360 ευρώ (720 X 50%).

    β) Έστω ότι στο πλαίσιο ελέγχου που πραγματοποιήθηκε την 25-8-2016 σε φορολογούμενο που υποχρεούται στην τήρηση απλογραφικού λογιστικού συστήματος, διαπιστώθηκε η μη έκδοση 10 φορολογικών στοιχείων αξίας 500 ευρώ από τα οποία θα προέκυπτε ΦΠΑ ύψους 65 ευρώ, επιβάλλεται πρόστιμο 250 ευρώ (65 X 50%=32,50 <250), άρα επιβάλλεται το ελάχιστο προβλεπόμενο πρόστιμο βάσει του τηρούμενου λογιστικού συστήματος. Έστω ότι στον ίδιο ως άνω φορολογούμενο διαπιστώνεται στο πλαίσιο ελέγχου την 10.10.2016 η μη έκδοση 5 φορολογικών στοιχείων αξίας 200 ευρώ από τα οποία θα προέκυπτε ΦΠΑ 26 ευρώ. Επειδή υπέπεσε στην ίδια παράβαση εντός πενταετίας, επιβάλλεται πρόστιμο 500 ευρώ (100% X 26=26 < 500, άρα επιβάλλεται το ελάχιστο προβλεπόμενο πρόστιμο βάσει του τηρούμενου λογιστικού συστήματος για πρώτη υποτροπή).
    Στο πλαίσιο νέου ελέγχου την 7-11-2016 στον ίδιο ως άνω φορολογούμενο διαπιστώνεται η μη έκδοση ενός φορολογικού στοιχείου αξίας 100 ευρώ από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ 13 ευρώ. Λόγω της υποτροπής θα επιβληθεί πρόστιμο 1.000 ευρώ (13 X 200% πρόστιμο= 26 < 1.000, άρα επιβάλλεται το ελάχιστο προβλεπόμενο πρόστιμο βάσει του τηρούμενου λογιστικού συστήματος για επόμενη υποτροπή).

    γ) Έστω σε φορολογούμενο, ο οποίος είναι υπόχρεος σε τήρηση απλογραφικού λογιστικού συστήματος έχει επιβληθεί για τη μη έκδοση στοιχείου αξίας 100 ευρώ από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ 24 ευρώ, πρόστιμο 250 ευρώ. Σε μεταγενέστερο έλεγχο διαπιστώνεται ότι έχει υποβληθεί ανακριβής δήλωση ΦΠΑ και η ανακρίβεια προσδιορίζεται στο ποσό των 24 ευρώ οφειλόμενη μόνο στη μη έκδοση του ανωτέρω στοιχείου.
    Προκειμένου να μη σωρευθούντα πρόστιμα των παραβάσεων της μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου και της υποβολής ανακριβούς δήλωσης ΦΠΑ (τα πρόστιμα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 58 Α), κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 58Α, δεν αφαιρείται από το πρόστιμο της ανακριβούς δήλωσης (24 ευρώ) το ελάχιστο επιβληθέν πρόσημο των 250 ευρώ για μη έκδοση φορολογικού στοιχείου, αλλά το αναλογικό πρόστιμο του 50% του ΦΠΑ επί της αξίας των στοιχείων που δεν εκδόθηκαν, δηλαδή τα 24 ευρώ, και εντέλει δεν θα επιβάλλεται ποσό προστίμου για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης.

    δ) Έστω σε επιχείρηση με υποχρέωση τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος έχει επιβληθεί πρόστιμο 500 ευρώ για τη μη έκδοση ενός φορολογικού στοιχείου από το οποίο θα προέκυπτε ΦΠΑ 100 ευρώ. Επιβλήθηκε πρόστιμο 500 ευρώ, ως ελάχιστο πρόστιμο, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή το 50% του φόρου ισούται με 50 ευρώ. Σε μεταγενέστερο έλεγχο διαπιστώνεται υποβολή ανακριβούς δήλωσης ΦΠΑ ποσού 250 ευρώ (παράβαση παραγράφου 2 του άρθρου 58Α) και διαπιστώνεται ότι μέρος της ανακρίβειας της δήλωσης οφείλεται στην προαναφερθείσα παράβαση της μη έκδοσης του φορολογικού στοιχείου.

    Προκειμένου να μη σωρευθούν τα πρόστιμα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 58 Α, θα αφαιρείται από το πρόστιμο της παραγράφου 2 το πρόστιμο της παραγράφου 1 ως εξής:

  • Ανακρίβεια δήλωσης: 250 ευρώ.

  • Πρόστιμο ΦΠΑ λόγω ανακρίβειας δήλωσης (παρ. 2)=250 ευρώ X 50%=125 ευρώ .

  • Πρόστιμο μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου (παρ. 1)=100 ευρώ X 50% = 50 ευρώ.

  • Τελικό πρόστιμο ΦΠΑ λόγω ανακρίβειας δήλωσης = 125ευρώ-50 ευρώ = 75 ευρώ.

Οδηγίες προς τους επικεφαλής των ΔΟΥ

Πέραν της εγκυκλίου για τον υπολογισμό των νέων προστίμων, ο γενικός γραμματέας Δημοσίων Εσόδων Γιώργος Πιτσιλής έδωσε συμπληρωματικές οδηγίες και κατευθύνσεις στις ΔΟΥ όλης της χώρας σχετικά με τους ελέγχους που πραγματοποιούνται το φετινό καλοκαίρι σε τουριστικές και όχι μόνο περιοχές. Σε video-διάσκεψη που είχε με τους προϊσταμένους των ΔΟΥ όλης της χώρας και τους επικεφαλής των Φορολογικών Περιφερειών, ο κ. Πιτσιλής μίλησε για τις προτεραιότητες της Φορολογικής Διοίκησης ανά τομέα ελέγχου και απάντησε και στις ερωτήσεις των συμμετεχόντων.

Όπως είπε, με τα νέα πρόστιμα θα διευκολυνθεί μεν ο έλεγχος, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία των ελέγχων, που στόχο έχουν τη γενικότερη φορολογική συμμόρφωση. «Στόχος της συλλογής πληροφορίας είναι να αξιοποιήσουμε τις νέες τεχνικές ελέγχου. Ουδείς ξεμπερδεύει με το πρόστιμο. Το πρόστιμο είναι η αρχή και όχι το τέλος» είπε, δίνοντας το στίγμα της ΓΓΔΕ για τον νέο τρόπο προσέγγισης των ελεγκτικών διαδικασιών σε όλη την αγορά.

Παραδειγματισμός

Σε ό,τι αφορά την αναστολή λειτουργίας των επιχειρήσεων, ο κ. Πιτσιλής ζήτησε αυτή να γίνεται με σύνεση, με αναλογικό τρόπο και για σοβαρές παραβάσεις (παρεμπόδιση ελέγχου, σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής). «Στόχος μας δεν είναι να κλείσουμε όλα τα καταστήματα, αλλά ο παραδειγματισμός. Να μην κλείσουμε δηλαδή το καφενεδάκι και να αφήνουμε να λειτουργεί δίπλα του ο μεγάλος φοροφυγάς. Πρέπει να επικοινωνηθεί στους ελεγκτές και στην αγορά ότι ο έλεγχος δεν γίνεται για τα πρόστιμα, αλλά για τη φορολογική συμμόρφωση και τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων». Με δεδομένο ότι στόχος φέτος είναι το 70% των ελέγχων από τις ΔΟΥ να πραγματοποιείται σε όμορες πόλεις, εντός της ίδιας φορολογικής περιφέρειας, ο γενικός γραμματέας ανέφερε ότι ήδη έχουν τακτοποιηθεί τα θέματα των πιστώσεων στις εφορίες και της μεταφοράς των αυτοκινήτων από το ΣΔΟΕ για την πραγματοποίηση των ελέγχων. Επιπλέον, έχει ζητηθεί συνδρομή και ήδη υπάρχει συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία, την Οικονομική Αστυνομία και το Λιμενικό Σώμα, τόσο για τη διεξαγωγή των ελέγχων όσο και για την ασφάλεια των ελεγκτών. «Οι ελεγκτές θα πρέπει να είναι ευγενείς και ψύχραιμοι και να μη διαπληκτίζονται με τους φορολογούμενους» σημείωσε ο κ. Πιτσιλής, προσθέτοντας πως σημασία έχει να περάσει το μήνυμα ότι η Φορολογική Διοίκηση είναι παρούσα κι ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί φαινόμενα ανομίας και φοροδιαφυγής.