Πότε δεν επεκτείνεται η παραγραφή φορολογικών υποθέσεων στη 15ετία

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018
Πότε δεν επεκτείνεται η παραγραφή φορολογικών υποθέσεων στη 15ετία

Η εκπρόθεσμη υποβολή δήλωσης απόδοσης παρακρατούμενου φόρου δεν οδηγεί σε παράταση της περιόδου παραγραφής στη 15ετία, αποφάνθηκε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ.

Επίσης, με άλλη απόφαση της ΔΕΔ, ξεκαθαρίζεται πλέον ότι, αν ο φορολογούμενος πληρώσει εμπρόθεσμα μέσω τράπεζας τη δόση του φόρου, δεν επιβαρύνεται με τόκους εκπρόθεσμης καταβολής στην περίπτωση που η τράπεζα αποδώσει τον φόρο στο Δημόσιο έπειτα από μία ή περισσότερες μέρες.

Αναλυτικότερα, σε ό,τι αφορά την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου για διενέργεια ελέγχου στη φορολογία εισοδήματος, σε φορολογούμενους που δεν είχαν υποβάλει στο παρελθόν δήλωση απόδοσης παρακρατούμενων φόρων, με την υπ’ αριθμόν 1026/2018 απόφαση της ΔΕΔ Αθηνών, έγινε δεκτό ότι η μη υποβολή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου του άρθρου 13 του ν. 2238/1994 δεν συμπαρασύρει σε δεκαπενταετή παραγραφή και το δικαίωμα του Δημοσίου να εκδώσει οριστική πράξη προσδιορισμού φόρου εισοδήματος εφόσον η δήλωση φορολογίας εισοδήματος έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα και ως εκ τούτου το δικαίωμα αυτό υπόκειται κανονικά σε πενταετή παραγραφή.

Έτσι, έγινε αποδεκτή η ενδικοφανής προσφυγή εταιρείας, με την οποία ζητείτο να ακυρωθούν, λόγω παρέλευσης της πενταετούς περιόδου παραγραφής, οι οριστικές πράξεις του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων με τις οποίες είχαν καταλογισθεί εντός του 2017 φόρος εισοδήματος 27.038,49 ευρώ και επιπλέον πρόσθετος φόρος 32.446,19 ευρώ λόγω ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης εισοδήματος για τη χρήση του 2006, και τα καταλογισθέντα αυτά ποσά διαγράφηκαν.

Σύμφωνα, ειδικότερα, με το βασικό σκεπτικό της ΔΕΔ, επειδή η προσφεύγουσα εταιρεία δεν παρακράτησε και δεν απέδωσε φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 13του νόμου 2238/1994, το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει τον μη παρακρατηθέντα και μη αποδοθέντα φόρο παραγράφεται πλέον εντός δεκαπενταετίας από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης.

Για την εν λόγω δήλωση όμως υπάρχει αυτοτελής υποχρέωση υποβολής της και για τον έλεγχο της ακρίβειας αυτής, εφόσον έχει υποβληθεί, ή για την επιβολή του φόρου, σε περίπτωση μη υποβολής της, συντάσσεται ιδιαίτερη έκθεση ελέγχου και εκδίδεται ιδιαίτερη πράξη προσδιορισμού του φόρου σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις

Συνεπώς η μη υποβολή της εν λόγω δήλωσης απόδοσης παρακρατούμενου φόρου δεν συμπαρασύρει σε δεκαπενταετή παραγραφή και το δικαίωμα του Δημοσίου να εκδώσει οριστική πράξη προσδιορισμού φόρου εισοδήματος εφόσον η δήλωση φορολογίας εισοδήματος έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα.

Ως εκτούτου, ο καταλογισθείς φόρος εισοδήματος των 27.038,49 ευρώ και ο πρόσθετος φόρος εισοδήματος λόγω ανακρίβειας, των 32.446,19 ευρώ, που καταλογίστηκαν το 2017 στην εταιρεία έπειτα από φορολογικό έλεγχο της χρήσης του 2006, διαγράφηκαν από τη ΔΕΔ, με το αιτιολογικό ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να ελέγξει τη χρήση αυτή, ως προς τη φορολογία εισοδήματος, είχε παραγράφει ήδη από το τέλος του 2012, βάσει του ισχύοντος γενικού κανόνα περί πενταετούς περιόδου παραγραφής.

Εμπρόθεσμες πληρωμές Σε ό,τι αφορά τις πληρωμές φόρου, που γίνονται εμπρόθεσμα από τον φορολογούμενο, αλλά η τράπεζα καθυστερεί να αποδώσει τα ποσά στο Δημόσιο, σχετική απόφαση (1331/2018) εξέδωσε η ΔΕΔ Θεσσαλονίκης. Με αυτή κρίθηκε ως κανονική - εμπρόθεσμη η πληρωμή ΦΓΙΑ περιοδικής δήλωσης η οποία πραγματοποιήθηκε από ανώνυμη εταιρεία μέσω e-banking κατά την τελευταία ημέρα εκπνοής της προθεσμίας καταβολής του φόρου αλλά εκτελέστηκε εν μέρει εκπρόθεσμα από μία έκτων εμπλεκομένων στην πληρωμή τραπεζών και διαγράφηκε ποσό τόκων εκπρόθεσμης καταβολής που καταλογίστηκε αυτόματα από την ΑΑΔΕ στην εν λόγω εταιρεία.

Σύμφωνα με το ιστορικό της συγκεκριμένης υπόθεσης, ανώνυμη εταιρεία υπέβαλε ηλεκτρονικά στο σύστημα TAXISNET, στις 31/1/2018, περιοδική δήλωση ΦΠΑ για τη φορολογική περίοδο από 1/12/2017 έως 31/12/2017, με χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ύψους 506.407,52 ευρώ, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία της ΔΟΥ ως απαίτηση καταβλητέα σε δύο ισόποσες δόσεις, ύψους 253.203.76   ευρώ εκάστη, με ημερομηνία λήξης της α’ δόσης την 31η/1/2018 και της β’ δόσης την 28η/2/2018.

Προκειμένου να εξοφλήσει το ποσό της α’ δόσης, η εταιρεία προέβη στις 31/01/2018 σε τρεις διαδοχικές τραπεζικές «μεταφορές» ποσών μέσω Internet (web) banking, χρησιμοποιώντας την ταυτότητα οφειλής του ως άνω προσδιοριζόμενου ποσού οφειλής.

Πιο συγκεκριμένα, στις 6:40:39 μ.μ. «μετέφερε» από λογαριασμό όψεως που τηρεί σε μία τράπεζα το ποσό των 85.000 ευρώ, στις 18:50 «μετέφερε» από άλλον λογαριασμό που τηρεί σε άλλη τράπεζα το ποσό των 17.203.76 ευρώ και σας 18:46:04 «μετέφερε» από έναν άλλον λογαριασμό όψεως που τηρεί σε άλλη τράπεζα το ποσό των 151.000 ευρώ.

Οι δύο πρώτες «μεταφορές» ποσών πιστώθηκαν στο οφειλόμενο χρέος με ημερομηνία την 31/01/2018, αλλά η τρίτη «μεταφορά» πιστώθηκε στο οφειλόμενο χρέος με ημερομηνία 01/02/2018, γεγονός που είχε ως συνέπεια την επιβολή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 53 του Ν. 4174/2013 ύψους 1.102,30 ευρώ, για το ως άνω ποσό των 151.000 ευρώ. Η εταιρεία προσέφυγε στην ΔΕΔ ζητώντας την ακύρωση της επιβολής των τόκων επικαλούμενη το εμπρόθεσμο των πληρωμών.

Η ΔΕΔ, με την απόφαση που εξέδωσε, δέχθηκε ότι «δεν είναι δυνατόν, υπό το φως των αρχών της χρηστής διοίκησης και της νομιμότητας, να επιβληθεί στην προσφεύγουσα τόκος εκπροθέσμου για μέρος χρέους, το οποίο δημιουργήθηκε από την εμπρόθεσμη υποβολή περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ και το οποία εξοφλήθηκε στο σύνολό του την ίδια ημερομηνία, μέσω τραπεζικού συστήματος, όπως υποχρεούται».

Έτσι, έκανε αποδεκτή την προσφυγή της εταιρείας και ακύρωσε την πράξη επιβολής των τόκων.

 

Πηγή: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ